Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016

Το Γκουακαμόλε κι ο κομπάρσος ο Ξηρός - Κριτική στην παράσταση του Εθνικού από κάποιον που την είδε!

Στο έργο του Λουίτζι Πιραντέλο "Έξι Πρόσωπα Αναζητούν Συγγραφέα" έξι θεατρικοί χαρακτήρες που έχουν παραμείνει ημιτελείς από τους δημιουργούς τους, εμφανίζονται απρόοπτα σε μια πρόβα ενός ...
.... θεατρικού έργου και ζητάνε από τον σκηνοθέτη να λάβουν μέρος στην παράσταση για να μπορέσουν να ολοκληρωθούν.
AdTech AdΠρόκειται για ένα από τα αγαπημένα έργα του Αθηναϊκού θεατρόφιλου κοινού, άρρητα συνδεδεμένο με την ιστορία του Εθνικού Θεάτρου (1959 σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού και νέα παραγωγή το 2003).
 
Οι περισσότερες χώρες του κόσμου έχουν το δικό τους Εθνικό Θέατρο, που θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους στυλοβάτες του πολιτισμού, με σκοπό την προώθηση μέσω του ρεπερτορίου του, των αξιών της κάθε κοινωνίας.
Αυτός είναι και ο κύριος λόγος επιχορήγησης του από χορηγούς και από τα λεφτά των φορολογουμένων στους οποίους και τελικά οφείλει και έναν απολογισμό.

Όπως στο έργο του Πιραντέλο, έτσι και στο Δράμα της 17Ν τα πρόσωπα χωρίζονται σε τέσσερις κατηγορίες:

Τα θύματα, Οι θύτες (καθοδηγητές και εκτελεστές), Οι οικογένειες (θυτών και θυμάτων), Η κοινωνία.


Παρά το εύρος και τον πλούτο της γκάμας χαρακτήρων, η Πηγή Δημητρακοπούλου επέλεξε να δει το θέμα από την πλευρά ενός θύτη. Αν και κοινωνικά άκομψο, αφού υπάρχουν εν ζωή ακόμα πολλοί συγγενείς των θυμάτων, οποιοσδήποτε καλλιτέχνης δικαιούται την ελευθερία έκφρασις.

Όμως θα ήταν αναμενόμενο να επιλέξει για τον πρωταγωνιστικό ρόλο ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της διαβόητης συμμορίας  (π.χ. κανέναν Γιωτόπουλο) που -θεωρητικά- είχε το όραμα και την ευθύνη για την επιλογή θυμάτων.
Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να ρίξει λίγο φως στα κριτήρια επιλογής τους από το αρμόδιο άτομο, δημιουργώντας μια ενημερωτική άποψη για την κοινωνία.

Παραδόξως, η Κα Δημητρακοπούλου επιλέγει ως επίκεντρο αυτού του σκοτεινού κεφαλαίου της Μεταπολίτευσης τον Σάββα Ξηρό: ένα απλό εκτελεστικό όργανο, που ιεραρχικά δεν έχει ουδεμία αρμοδιότητα να προβαίνει σε τέτοιου είδους συμπεράσματα.
Το έργο της αναφέρεται στο πιστόλι και όχι στο χέρι που πάτησε τη σκανδάλη.
Και το πιστόλι δεν μιλά, αλλά πυροβολεί σε όποιο στόχο κι αν το στρέψεις.
Πολύ κακό για το "τίποτα".

Το επίσης παράξενο, είναι ότι η σκηνοθέτης-συγγραφέας, φαίνεται να διαθέτει θεατρικές γνώσεις.
Στ' αλήθεια δεν γνωρίζει πως ο εκτελεστής/δήμιος, δηλαδή αυτός που σκοτώνει κόσμο 'κατ' εντολή', δεν χαίρει καμιάς εκτίμησης  από τους δραματικούς δημιουργούς ως θεατρικό πρόσωπο;
Δεν πρόκειται για έναν δολοφόνο, που για να προβεί στην αποτρόπαια πράξη του πρέπει να υπερβεί τους προσωπικούς ηθικούς του φραγμούς και για αυτή την υπέρβαση του επιβάλλεται να υποστεί μια εσωτερική σύγκρουση -που είναι και η πεμπτουσία της θεατρικής εμπειρίας.
Ούτε για έναν κατά συρροή δολοφόνο με αχανείς ψυχολογικούς παράγοντες.
Ο εκτελεστής σκοτώνει, διαπράττοντας πολλαπλές δολοφονίες.
Όμως σκοτώνει ως μέρος της καθημερινότητας του. Και δεν υπάρχει ισχυρότερο δηλητήριο στο θέατρο, από τη ρουτίνα.

Γι αυτό και ο μεγαλύτερος θεατρικός λάτρης των εγκληματιών, ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ, ενώ αφιερώνει υπέροχους μονολόγους σε δολοφόνους (με κορύφωση το μεταμεσονύκτιο δίλημμα του Μάκβεθ για το αν πρέπει ή όχι να δολοφονήσει τον βασιλιά Ντάνκαν) περιορίζει τους εκτελεστές του σε ρόλους...κομπάρσου.
Ο άλλος μαέστρος του εγκλήματος, ο Αλφρέντ Χίτσκοκ αφαιρεί ολοκληρωτικά απ την οθόνη τον εκτελεστή και τον αναπληρώνει με μια σκιά ή την αναπαράσταση του φονικού όπλου.

Άρα, σκοπός του πολυσυζητημένου έργου δεν μπορεί να είναι η δραματική ένταση, αλλά η διαμόρφωση της κοινής γνώμης.

Το υλικό όμως που επελέγη ως βάση για τη δομή του έργου, είναι αδιανόητο.


Το βιβλίο των Σ. Ξηρού - Αλίθια Ρομέρο (η μακιγιέζ, που όταν συνελήφθη ο Ξηρός, χόρευε τσιγκολελέτες μπροστά στις κάμερες με το πινέλο στο χέρι) "Η Μέρα Εκείνη", πρόκειται για ένα κακογραμμένο παραλήρημα υποτιθέμενης πολιτικολογίας που απευθύνεται σε εφηβικό επίπεδο και όπου ο Κορυδαλλός μπερδεύεται με το Γκουαντάναμο στην Κούβα, με αποτέλεσμα ένα άνοστο "Γκουακαμόλε" (πολτός με βάση το αβοκάντο που σερβίρεται σαν πρώτο πιάτο σε Μεξικάνικα εστιατόρια και ουδείς γνωρίζει τα ακριβή του συστατικά).

Πάνω σε μια τέτοιου επίπεδου ασχετολογία, η οποία όμως παρουσιάζεται ως τεκμηριωμένα γεγονότα, η Κα. Δημητρακοπούλου κτίζει την ιστορικότητα του έργου της.  
Πρόσθετο κερασάκι, μια τηλεφωνική συνομιλία με τον Σ. Ξηρό (αποκλειστικότητα όπως είπαν στην τηλεόραση).
Η περιγραφή της συνομιλίας και της χροιάς φωνής του ΣΞ σε μια συνέντευξη που έδωσε, είναι λες και συναντήθηκε με τον Ρασκόλνικοβ...Οκ.
Άρα πρόκειται για ντοκιμαντέρ ή τουλάχιστον ένα ιστορικό δράμα, με κύριο σκοπό την τεκμηρίωση της αλήθειας.

 

Όμως η αναζήτηση της αλήθειας για την Κα. Δημητρακοπούλου είναι μονομερής, χωρίς καμία διασταύρωση γεγονότων ή ψυχικών καταστάσεων απ΄ την πλευρά των θυμάτων, των τραγικών πρωταγωνιστών του αληθινού ιστορικού δράματος.


Ανακατεύοντας λίγη φιλολογική βαρύτητα στο γκουακαμόλε, το έργο δηλώνει επίσης επηρεασμένο από το θεατρικό έργο του υπαρξιακού Αλφρεντ Καμύ "Οι Δίκαιοι".
Μια εξιστόρηση επίθεσης τρομοκρατών κατά αξιωματούχου, στην απολυταρχική Αυτοκρατορική Ρωσία του 1905.
Οποιαδήποτε επιείκεια και αν υπαινίσσεται ο Καμύ για τους μαχητές κατά ενός τυρρηνικού καθεστώτος, την οποία το έργο της Κας Δημητρακοπούλου επικαλείται και μάλιστα ως δικαίωση της ύπαρξης του, ο υπαρξιακός συγγραφέας δεν θα αναφερόταν ποτέ σε πολίτικες δολοφονίες εντός μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας!

Η μεγάλη όμως διαφορά μεταξύ των πρωταγωνιστών των "Δικαίων" με τα μέλη της συμμορίας 17Ν, είναι ότι, οι χαρακτήρες του, θεωρώντας τη δολοφονία αποτρόπαιο γεγονός, διατίθονται να αυτοκτονήσουν κατόπιν διεκπεραίωσης του στόχου τους.

Στον Κορυδαλλό σήμερα, 19 χρόνια μετά τη δολοφονία του Κωστή Περατικού (ενός από τα πλέον άκακα άτομα που πέρασαν από προσώπου γης), ο Σάββας Ξηρός που τον πυροβόλησε, ζει σε ειδικά διαμορφωμένα κελιά, χωρίς να διαφαίνεται κανένας υπαρξιακός προβληματισμός αλά Καμύ περί παράδοσης του πνεύματος.

Το κυριότερο επιχείρημα του έργου, -δανεισμένο απ' τον Καμύ- "Ενας άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος ό,τι κι αν κάνει" καταρρέει.

Το γκουακαμόλε αρχίζει και προσεγγίζει πολιτικά το "Γλυκέ μου τύραννε, να μην ξημέρωνε" του Πάνου Γαβαλά.


Στην αναζήτησή της η Κα. Δημητρακοπούλου, δεν δράττει την ευκαιρία να προβεί σε, μια εις βάθος εξερεύνηση των καθαρά ψυχολογικών παραγόντων ενός εκτελεστή, -ένα εύρημα της τέχνης του ντοκιμαντέρ.

Επί του θέματος, μας λέει η Ρουθ Ο Κροκ ειδικός ψυχίατρος εγκληματολογίας στη Νέα Υόρκη:  

"Παρότι έχουν την πλήρη κατανόηση των κανόνων της κοινωνίας, οι ψυχοπαθείς αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο να ακολουθούν κανόνες με βάση την ηθική ευαισθησία. Σε αντίθεση με τον δολοφόνο, ο εκτελεστής έχει την ικανότητα να αποστασιοποιηθεί ψυχολογικά από το θύμα του (όπως ακριβώς κι ο ψυχολόγος από τον πελάτη του).
Σε περιπτώσεις όπου τα θύματα είναι πολίτες μιας κάποιας κοινωνικής επιφάνειας, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο θύτης να αισθάνεται ότι η αίγλη του θύματος αντικατοπτρίζεται πάνω του, μέσω της δολοφονίας.
Πρόκειται για μια μορφή ναρκισσισμού -δηλαδή, κάποιος που αισθάνεται σαν "ανθρωπάκι που βιώνει μια ασήμαντη ζωή" να νοιώσει πως ανεβαίνει στην κοινωνία σκοτώνοντας μια προσωπικότητα. Όπως ο Μαρκ Τσάπμαν που δολοφόνησε τον Λένον.
Πρόκειται για έναν τύπο ανθρώπου, που εύκολα παρασύρεται".

Η θρησκεία, ως θεματολογία, αντί να περιοριστεί σε ένα-δυο λεγόμενα του Ξηρού, θα μπορούσε επίσης να παίξει τον ρόλο του δυναμικού συντελεστή της παράστασης:
ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας είναι βαθιά θρησκευόμενο και μια ιστορία σαν αυτή της οικογένειας Ξηρού, θα μπορούσε να παρουσιάσει μια τραγική διάσταση σε μορφή μελοδράματος.
Σε μια τέτοιου είδους προσέγγιση, πρωταγωνιστής πάλι δεν θα μπορούσε να είναι ο Σάββας, αλλά μάλλον ο πατέρας του Πάτερ Τριαντάφυλλος, που παρότι άνθρωπος του Θεού, παρήγαγε τρεις δολοφόνους, καταπατώντας με το σπέρμα του το "ου φονεύσεις" με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Η ιστορία τριών εκτελεστών, που ανήκουν στην ίδια συμμορία, και οι τρεις παιδιά παπά και παπαδιάς, που τρέχουν στους δρόμους σκοτώνοντας ανεξέλεγκτα, είναι μια έννοια που δεν θα μπορούσε να συλλάβει ούτε ο Μπρεχτ, ούτε ο Αλμοδοβάρ, ούτε καν ο Ιονέσκο.
Η παράνοια τού πώς έφτασε η κοινωνία να παράγει τέτοιου είδους δυσλειτουργικά άτομα και οι ανάλογες παράλογες αντιδράσεις της κοινής γνώμης, μπορούσε να δημιουργήσει έναν σταθμό στο θέατρο του παραλόγου.
Βέβαια, μια τέτοια προσέγγιση απαιτεί χιούμορ, και συγγραφέα ανάλογου μεγέθους.


Η Κα. Δημητρακοπούλου επιλέγει την εύκολη λύση.
Ένα έργο διδακτικό, με "μήνυμα" και δογματισμό, για να κουνήσει το δάκτυλο στην κοινωνία και να δώσει σε όλους μας ένα μάθημα.
Ένα τυπικό προϊόν της "αναρχο-κουλτούρας" που τα ξέρει όλα και κατακεραυνώνει όσους διαφωνούν με τις απόψεις της, χαρακτηρίζοντάς τους με φασισμό -το κατ' εξοχή ίδιο προϊόν της συγκεκριμένης κουλτούρας.

Μια ξεπερασμένη μορφή τέχνης, που φλερτάρει με το "περιθώριο" της δεκαετίας του 70' και του 80', σε ένα βαρύ και ασήκωτο πλαίσιο γεμάτο έννοιες, συμβολισμούς και σημειολογίες.

Ένα θέατρο με λίγη δράση και πολύ στοχασμό...


Παρ' όλα, αυτά η μεγάλη κερδισμένη από αυτή την παράσταση είναι η κα. Δημητρακοπούλου.
Πατώντας πάνω στα πτώματα ανυπεράσπιστων ανθρώπων πέτυχε μια άνευ προηγουμένου δημοσιότητα.¨
Όσο και αν η ίδια δηλώνει ότι 20 χρόνια απέφευγε την ευρεία δημοσιότητα, δεν υπάρχει καλλιτέχνης που ν' ανεβάζει έργο στη σκηνή, με σκοπό την απόκρυψη του από το ευρύ κοινό...
Αν πράγματι ήθελε να αποφύγει τη δημοσιότητα, δεν θα είχε εκτεθεί.
Ζητά να μην κριθεί το έργο της πολιτικά ή ιδεολογικά, αλλά καλλιτεχνικά, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι λόγω της φύσης της θεματολογίας, κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό.

Στην ιστορία της 17Ν η πλειοψηφία των πρωταγωνιστών δεν αναζητά συγγραφέα.
Κανείς δεν μπορεί να ολοκληρώσει έναν χαρακτήρα που τον τελείωσε ο θάνατος.
Όμως οφείλει να σεβαστεί τη μνήμη τους.

Επιτρέποντας σε έναν εκτελεστή της συμμορίας επιπέδου Ξηρού, να ανέβει στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου για να συνομιλήσει με τον Καμύ και τα αρχεία της δίκης, χωρίς την αντιπαράθεση των θυμάτων, δημιουργείται ένα γκουακαμόλε που δεν παράγει δραματική ένταση, αλλά δογματισμό, δηλαδή ένας Κρέοντας! 

Και ακριβώς για αυτόν τον δογματισμό κατηγορείται, όχι η Πηγή Δημητρακοπούλου, που σε τελική ανάλυση έκανε τη δουλειά της, αλλά το Εθνικό Θέατρο, που μετά από τόσες επιτυχημένες Αντιγόνες συμπεριέλαβε στη φετινή σαιζόν του αυτή την Παρωδία Ενός Κομπάρσου.
Η Πηγή Δημητρακοπούλου διδάσκεται δια της δύσκολης οδού, ότι για να μπορέσεις να ασχοληθείς στο θέατρο με σκουπίδια, πρέπει να' σαι ο Σάμουελ Μπέκετ.
Οποιοσδήποτε άλλος -λερώνεσαι απ' αυτά.

 του Μιχάλη Μουσσού // στο http://www.eyedoll.gr/ngine/article/
*Ο Μιχάλης Μουσσού είναι πρόεδρος του εξωραϊστικού συλλόγου 'Ο Λυκαβηττός' και ιδρυτικό μέλος του σωματείου  'Συμβίωση' για την προάσπιση αστικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έχει επιτελέσει Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Αθηναίων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: