Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Ο Βαρουφάκης αποδομεί τον Τσίπρα

Ο αγορίνος ήταν απολαυστικός στις «Ιστορίες» του ΣΚΑΪ. Διότι, όπως το έθεσε εύστοχα κάποιος που παρακολούθησε τη συνέντευξη, «του έδωσαν χώρο για να ...
.... μείνει ανυπεράσπιστος».
Ηταν χαριτωμένος ως συνήθως, πλην καθόλου «χοροπηδηχτός», όπως τον λατρέψαμε όταν ήταν υπουργός. Ελειπαν, θέλω να πω, εκείνα τα άκαιρα, περιπαικτικά γελάκια που σκορπούσε εδώ κι εκεί στον λόγο του, λες και ξαφνικά κάποιος τον γαργάλαγε.
Ελειπε επίσης το καθηγητικό ex cathedra ύφος: το ανασηκωμένο φρύδι που συμπληρώνει το ειρωνικό μειδίαμα και οι σύντομες (επιμορφωτικές) διαλέξεις που ξεκινούσαν με ένα «θα πρέπει να ξέρετε ότι». Αυτό που έμεινε και είδαμε προχθές ήταν ένα, η αποτυχία του, την οποία παραδέχθηκε σχεδόν σαν θρίαμβο (υπεράνω όλων, Νάρκισσος...), καθώς και η προσπάθειά του να αφηγηθεί την ιστορία της με τρόπο ευνοϊκό για τον ίδιο.

Η ιστορία αυτής της αποτυχίας σε γενικές γραμμές είναι απλή. Ο αγορίνος ήταν πάντα αυτός που είναι, πίστευε και έλεγε αυτά που πιστεύει. Δεν ήταν ποτέ ΣΥΡΙΖΑ, εκείνοι τον πλησίασαν και αυτός δέχθηκε, διότι είχε φθάσει η υπέρτατη ώρα της προσφοράς στον τόπο.
 Εδωσε, με τον καλύτερο τρόπο και πάντα με στόχο το καλό κλίμα στη διαπραγμάτευση (ναι, το είπε και αυτό ο αθεόφοβος...), τον αγώνα τον καλό, απέναντι σε ένα σύστημα απείρως ανώτερο σε δύναμη και εξαρχής αποφασισμένο να συντρίψει την Ελλάδα. Ο ίδιος δεν λύγισε. Ο Τσίπρας και οι άλλοι δεν άντεξαν και συνθηκολόγησαν.
Βρέθηκε λοιπόν μόνος και υποχρεώθηκε να παραιτηθεί. Οχι όμως προτού δικαιωθεί, και μάλιστα από τον απόλυτα κακό της ιστορίας, τον Σόιμπλε, ο οποίος παραδέχθηκε (κατά την αφήγηση) την ηθική ανωτερότητα του ηττημένου, όταν του είπε: «Οχι, εγώ ως πατριώτης δεν θα υπέγραφα αυτό που πρέπει να υπογράψεις εσύ». Τόσο απλή είναι η ιστορία του, όπως δεκάδες άλλα αφηγήματα του εθνολαϊκισμού, που δοξάζουν την ωραιότητα του μάταιου αγώνα και εξιλεώνουν τους πρωταγωνιστές από τυχόν ευθύνες τους.

Τα βασικά στοιχεία της είναι τρία. Το πρώτο, ότι από την αρχή της αφήγησης οι εταίροι παρουσιάζονται να κινούνται με δολιότητα που φθάνει τα όρια της κακίας, παραβιάζοντας συστηματικά κάθε άτυπη συμφωνία που έκανε μαζί τους ή ακόμη και υπονομεύοντας άτυπες συμφωνίες της κυβέρνησης με τρίτους.
Να επισημάνω εδώ, αν δεν έγινε ήδη αντιληπτό, ότι, διόλου συμπτωματικά, όλες οι μεγάλες επιτυχίες του πρώην υπουργού στη διαπραγμάτευση ήσαν άτυπες. Εκείνος, πάντα κύριος, τιμούσε τον λόγο του· οι άλλοι όμως πάντοτε υπαναχωρούσαν εκ των υστέρων: ο Ντάισελμπλουμ, η Λαγκάρντ, ο Ντράγκι, οι πάντες. Επιπροσθέτως, δε, παρενέβαιναν υπονομευτικά και στις προσπάθειες για εξεύρεση λύσης εκτός Ευρώπης.
Η Μέρκελ, λ.χ., τηλεφώνησε η ίδια για να ματαιώσει κοτζάμ συμφωνία με τους Κινέζους! Δεν το πιστεύετε; Ρωτήστε τη Μέρκελ ή τον πρωθυπουργό της Κίνας – κι αν σας βγουν στο τηλέφωνο, μου γράφετε.

Το δεύτερο βασικό στοιχείο ήταν το γνώριμο αντιευρωπαϊκό μένος της πλατείας Συντάγματος, εκπεφρασμένο εμμέσως διά του ύφους: οι «ορδές των τεχνοκρατών» που εφορμούσαν στα υπουργεία μας και η «σιδερόφρακτη τρόικα», ο «Αρμαγεδδών» που έφερναν μαζί τους και, φυσικά, η «απαξίωση της ελληνικής κυριαρχίας», στην οποία αναφερόταν διαρκώς σε κάθε στάδιο της συνέντευξης.
Μέσα στο πλαίσιο αυτού του αγώνα για αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας τοποθετεί και εξηγεί τα παράτολμα σχέδιά του. Το Plan X, φέρ’ ειπείν, ήταν επειδή εκείνοι ήθελαν να μας «εκπαραθυρώσουν». (Δεν χρειαζόταν όμως να μας δείξουν πώς, ξέρουμε να πέφτουμε και μόνοι μας από το παράθυρο...) Το χακάρισμα των ΑΦΜ των φορολογουμένων για την εισαγωγή του διπλού νομίσματος ήταν αναγκαίο, γιατί η Γ.Γ. Εσόδων είναι «μια τρόικα εν κράτει» κ.ο.κ.
Ολο αυτό δε που περιγράφω παραπάνω έδενε, χάρη στην υπολογισμένη ποσότητα κολακείας προς τον λαό, όπως π.χ. όταν είπε για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, ότι «είναι απίστευτος ο ελληνικός λαός, που μπόρεσε να πει “όχι” στον ανορθολογισμό» (το εντελώς αντίθετο αυτού που συνέβη δηλαδή...), καθώς επίσης με ένα σύντομο πέρασμα των απαραίτητων σκοτεινών δυνάμεων και του ακαθόριστου ρόλου τους.
Οι Αμερικανοί, λ.χ. εμφανίζονται να τον προειδοποιούν για το σχέδιο προσωπικής εξόντωσής του που θα ετίθετο σε λειτουργία.

Το τρίτο στοιχείο ήταν η συστηματική αποδόμηση του πρωθυπουργού. Σε όλη την αφήγησή του, ο Τσίπρας έχει τον χαρακτήρα του αντιήρωα που ενδίδει στις πιέσεις. Παρουσιάζεται αρχικά ως υποστηρικτής της επιστροφής στη δραχμή. «Ωριμάζει», όμως, μετά τις συζητήσεις με τον αγορίνο. Ο πρωθυπουργός εμφανίζεται, επίσης, να επιδιώκει τη χρηματοδότηση από τους Ρώσους, μολονότι ο υπουργός των Οικονομικών διαφωνεί ριζικά και τον προειδοποιεί.

Και, βέβαια, το πιο αρνητικό στην εικόνα που φιλοτέχνησε για τον πρωθυπουργό ο Νάρκισσος είναι ότι τον παρουσιάζει να αναγνωρίζει ότι «ξηλώνεται το πουλόβερ» με την απομάκρυνση του υπουργού, παρ’ όλα αυτά όμως να τη δέχεται και, έκτοτε, όπως μπορούμε να υποθέσουμε, απλώς διαχειρίζεται μια ήττα, με την οποία ασφαλώς ο ίδιος δεν έχει καμία σχέση. «Δεν μπορώ να πω ότι συνθηκολογώ», φέρεται να λέει ο πρωθυπουργός στον Νάρκισσο, όταν κρίνεται η παραμονή του τελευταίου στην κυβέρνηση.
Το συμπέρασμά μου από την προσεκτική συγκρότηση της αφήγησης και το γενικότερο ύφος της είναι ότι ο Βαρουφάκης φοβάται και, γι’ αυτό, ετοιμάζει γραμμές αμύνης.
Φυσικό είναι να ανησυχεί. Είναι, κατ’ αρχάς, αποκλεισμένος από τους κοινωνικούς κύκλους που κάποτε διασκέδαζε να τους σοκάρει – και ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν είναι ποτέ χωρίς ψυχολογικό κόστος.
Επειτα, η κυβέρνηση φθείρεται ραγδαία όσο ακολουθεί το πρόγραμμα, ενώ την ίδια ώρα, με την εκλογή Μητσοτάκη στην ηγεσία της Ν.Δ., φαίνεται ότι το 40% του «ναι» στο δημοψήφισμα τείνει, επιτέλους, να αποκτήσει ηγεσία.

Πάντως, όσο και αν προσπάθησε, του ήταν αδύνατο να κρύψει τελείως τη φύση του.
Συγκεκριμένα, όταν υποστήριξε ότι με το παρόν πρόγραμμα είναι αδύνατη η υπέρβαση της κρίσης, ανεξαρτήτως πρωθυπουργού, είπε χαρακτηριστικά: «Ακόμη και ο Θεός να γινόταν πρωθυπουργός, ακόμη και εγώ»· δηλαδή, πάνω κι από τον Θεό είναι ο Βαρουφάκης. Αλλά αυτό το ξέραμε από τη στιγμή που τον γνωρίσαμε...
Στέφανος Κασιμάτης // Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια: