Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Τάσος Γιαννίτσης | Η χαμένη ευκαιρία του 2001

Περίπου έξι χρόνια μετά τις προτάσεις και τις εντάσεις γύρω από το Ασφαλιστικό, το 2001, επαναλαμβάνονται τα ίδια βαρύγδουπα λόγια, οι ίδιες σιωπές, οι ίδιες ασυναρτησίες. Στο μεταξύ ...
... κάθε τόσο στελέχη του ΠαΣοΚ - του πολιτικού χώρου στον οποίο ανήκω και έχω υπηρετήσει από διάφορες θέσεις για περίπου 25 χρόνια - με κομπασμούς αναφέρονται στο «Ασφαλιστικό Γιαννίτση» και στο πόσο διαβρωτικό ήταν για την πορεία του ΠαΣοΚ μετά το 2001.
Στην ήττα του 2004 αρκετοί ξέχασαν πράγματα που η ευρύτερη κοινωνία έβλεπε. Όπως την αίσθηση ευρύτατων πρακτικών ιδιοποίησης δημόσιου χρήματος, αλαζονείας, αδιαφορίας πολλών στελεχών για ουσιαστικές πολιτικές σε καίρια προβλήματα, τον ασφυκτικό κομματικό φαβοριτισμό σε πολλούς τομείς της κοινωνικής και πολιτικής λειτουργίας. 
Αναζητώντας άλλοθι για την ήττα, αποφάνθηκαν ότι όλα αυτά ήσαν ανύπαρκτα. Τίποτα από αυτά δεν οδήγησε στην απομάκρυνση της κοινωνίας από τον χώρο μας. Βρέθηκε το Ασφαλιστικό ως μόνο υπεύθυνο της ήττας του 2004. Γιατί όχι και για την ήττα του 2007; Ισως και για την επόμενη.
Το Ασφαλιστικό όμως του 2001 δεν ήταν «Ασφαλιστικό Γιαννίτση». Βεβαίως για τις προτάσεις εκείνες είχα την προσωπική ευθύνη. Βεβαίως στη συνεδρίαση Εκτελεστικού Γραφείου και Κυβερνητικής Επιτροπής τον Απρίλιο του 2001 διατυπώθηκαν ουσιαστικές απόψεις, αλλά και ορισμένες άλλες πολύ - μα πάρα πολύ - διαφορετικές από αυτές που στη συνέχεια (και μέχρι σήμερα) ορισμένα από τα μέλη του οργάνου προβάλλουν δημόσια ότι δήθεν κατέθεσαν. 
Υπήρξε όμως κοινή συμφωνία ότι οι προτάσεις εκείνες θα παρουσιάζονταν για διάλογο και ότι πολλά ζητήματα θα κρίνονταν σε αυτόν. Ολοι τότε συμφώνησαν στην ανακοίνωση του πρωθυπουργού. Κατά περίεργο τρόπο αμέσως άρχισε ένας καθολικός (σχεδόν) αρνητισμός, που έδωσε και το πράσινο φως στον (φυσιολογικά αντιτιθέμενο) συνδικαλιστικό χώρο να εκτινάξει στα ύψη τις αντιδράσεις και να ακυρωθεί οποιαδήποτε δυνατότητα διαλόγου. 
Η κρισιμότητα του θέματος όμως επέβαλλε την έκφραση καθαρών και συνεπών αρνήσεων και θέσεων για το όλον ή για επιμέρους πτυχές του (π.χ. το ζήτημα της χρηματοδότησης) χωρίς περιστροφές και χωρίς τις περικοκλάδες του προβληματισμού. Αυτό δεν έγινε τότε.
Προσωπικά δέχομαι ότι το 2001 έκανα λάθη. Πήρα στα σοβαρά ένα θέμα το οποίο εκτός από τον πρωθυπουργό κανείς σχεδόν δεν ήταν διατεθειμένος να πάρει στα σοβαρά. Δέχθηκα να κάνω προτάσεις που αντιμετώπιζαν το πρόβλημα στην ουσία του, αντί να προσφύγω στη γνωστή πολιτική πρακτική των «δήθεν» προτάσεων. 
Θεώρησα ότι έπρεπε να συμπεριληφθούν ρυθμίσεις για σημαντικότατες αδικίες του ασφαλιστικού συστήματος, που όμως αφορούσαν ισχυρές ομάδες ασφαλισμένων, με αποτέλεσμα τη δυναμική αντίδρασή τους και μάλιστα με πρόσχημα την «αναλγησία» των προτάσεων. 
Ήταν χαρακτηριστικό ότι στη συζήτηση της 19ης Απριλίου η ανάγκη για άρση των έκδηλων κοινωνικών ανισοτήτων και αδικιών του Ασφαλιστικού πήρε κυρίαρχη θέση σε τοποθετήσεις αρκετών στελεχών. Ηταν τα ίδια που τις επόμενες ημέρες θεώρησαν ότι ακριβώς οι προτάσεις που ρύθμιζαν ορισμένες ανισότητες κτυπούσαν το κοινωνικό κράτος. 
Το τέταρτο λάθος ήταν ότι ορισμένες προτάσεις παρουσιάστηκαν με τρόπο που έδωσε αφορμή για απίστευτες διαστρεβλώσεις (ότι καταργούνταν τα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, ότι τα κίνητρα στις γυναίκες ήταν για να τεκνοποιήσουν μετά τα 40 τους, ότι καταργούνταν οι κατώτατες συντάξεις), οι οποίες διευκόλυναν πολιτικά όσους ήθελαν την ακύρωση κάθε λύσης.
Διατυπώθηκε η άποψη ότι έπασχε η επικοινωνιακή πλευρά του θέματος. Ίσως. Όποιος όμως πιστεύει ότι οι διαφορές ήταν επικοινωνιακού χαρακτήρα και ότι διαφορετικοί χειρισμοί θα ανέτρεπαν τον αρνητισμό, ζει σε άλλον Γαλαξία. Πολιτικά κόμματα και Ασφαλιστικό κινούνταν σε τροχιά διχασμού και σύγκρουσης. 
Κανείς δεν ήθελε καμιά συζήτηση, καμιά αλλαγή, καμιά λύση. Ακριβώς γιατί θεώρησα ότι οι συνθήκες σύγκρουσης που είχαν διαμορφωθεί στον δικό μου πολιτικό χώρο έκαναν προβληματική οποιασδήποτε (ουσιαστικής) μορφής λύση και η κατάσταση στο κόμμα έπρεπε να επανέλθει σε ισορροπία, ανέλαβα προσωπικά την ευθύνη και το κόστος μιας συλλογικής ελαφρότητας. Για να κλείσει ένα θέμα που όλοι δέχθηκαν να ανοίξει, αλλά κανείς δεν ήθελε να στηρίξει. Πρότεινα, και σε συνεννόηση με τον πρωθυπουργό δήλωσα, ότι οι προτάσεις εκείνες θα «πάγωναν».
Η πρόταση μεταρρύθμισης του 2001 δεν προσέφερε μια «μοναδική λύση». Προσέφερε όμως μια «διέξοδο» από πολλές προβληματικές καταστάσεις. Ηταν μια ολοκληρωμένη προσέγγιση για πολλές πτυχές του Ασφαλιστικού. Δεν ακολουθούσε τη σημερινή δηλητηριώδη στρατηγική της «σαλαμοποίησης» ή της παραπλάνησης των ασφαλισμένων. 
Ήταν μια ρεαλιστική και συμβιβαστική λύση, ιδιαίτερα με κατηγορηματικά δεδομένη την απουσία χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό. 
Η πρόταση απέτρεπε την επαναφορά του Ασφαλιστικού ως προβλήματος για περίπου 20 χρόνια. Πολιτικά υπήρχε κάθε δυνατότητα να φτάσουμε σε μια ισχυρή και αποδεκτή από την κοινωνία κατάληξη. Αν βέβαια δεν κυριαρχούσε από την αρχή η αλλεργική αντίδραση ως έκφραση όχι μόνο μιας αντίθεσης στο Ασφαλιστικό, αλλά και άλλων εσωκομματικών αντιπαραθέσεων. Τα «αν» όμως δεν έχουν θέση σε έναν τέτοιο προβληματισμό.
Με όλα αυτά λύθηκε μήπως το Ασφαλιστικό; Ο καθένας ας δώσει την απάντησή του. Αντιμετωπίστηκε το πρόβλημα μέσα από τη χρηματοδότηση του ΙΚΑ με 1% του ΑΕΠ σύμφωνα με τη ρύθμιση του 2002; Ηδη αμέσως τότε η ΓΣΕΕ τόνισε ότι απαιτείται ποσό υπερδιπλάσιο (2%-2,4% του ΑΕΠ) για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του συστήματος. 
Και τι ζούμε μέχρι τώρα; Τη μεγάλη αρπαγή των πόρων μιας σειράς Ταμείων, με μοχλό ειδικά κρατικά χαρτιά (τα γνωστά δομημένα ομόλογα). Ζούμε επίσης μια κυβέρνηση που ετοιμάζεται να χειριστεί το θέμα με τους δικούς της όρους, ίσως ως μία ακόμη «ήπια» μεταρρύθμιση. Στην ουσία το πρόβλημα βρίσκεται ξανά μπροστά μας. 
Από την άλλη πλευρά βρίσκεται το ΠαΣοΚ, με 10 θέσεις που προτείνουν - χωρίς ίσως να το έχει κατανοήσει - το άκρως νεοφιλελεύθερο σύστημα των τριών πυλώνων της Διεθνούς Τράπεζας. Προσωπικά θα επανέλθω στη φάση που ακολουθεί, με προτάσεις που θεωρώ σήμερα σκόπιμες, σταθμίζοντας τα δεδομένα και τις προοπτικές.
Το Ασφαλιστικό έχει μια επικίνδυνη ιδιότητα. Οσο καθυστερεί η μεταρρύθμισή του τόσο εντείνονται οι μηχανισμοί αυτο-επιδείνωσής του. Τα ευφυολογήματα, η κωμική αναζήτηση άλλοθι στο παρελθόν για τα «ζόρικα» του σήμερα και τα ραντεβού σε πλατείες ηχούν ωραία. Η επιδείνωση όμως που βιώνουν σήμερα πολλοί ασφαλισμένοι οφείλεται στα ευφυολογήματα και στον αρνητισμό του χθες. Πολλοί νέοι σήμερα αμφιβάλλουν ανοικτά για το αν θα έχουν ποτέ μια σύνταξη.
Το 2001, στη διάρκεια της συζήτησης για το Ασφαλιστικό, συχνά διατυπώθηκε η άποψη ότι είναι παράλογο να καταπιαστούμε με ένα πρόβλημα της δεκαετίας του 2010. Η αντίληψη αυτή εκφραζόταν στο όνομα μιας φαινομενικής κοινωνικής ευαισθησίας, το βαρύ τίμημα της οποίας θα κληθούν να πληρώνουν πολλές νεότερες γενεές εργαζομένων. 
Όμως για το τίμημα αυτό κανείς δεν λέει λέξη, δεν σκαρφίζεται θεωρίες, ούτε και κανονίζει ραντεβού σε πλατείες. Οι προτάσεις που ακούστηκαν πρόσφατα από την πλευρά της κυβέρνησης, ότι οι αλλαγές θα αφορούν τις νεότερες γενεές, δηλαδή τις γενεές που επιπλέον υπέστησαν τις ανατροπές του 1992, απλώς επιβεβαιώνουν το ποιοι στο όνομα της συνεχούς μετάθεσης του προβλήματος θα πληρώσουν κάποια στιγμή τον λογαριασμό.
Η λογική της άρνησης εκφράζει την αντίληψη ότι ο προοδευτικός χώρος δεν πρέπει να παρεμβαίνει σε δύσκολα ή επώδυνα θέματα που αφορούν το μέλλον. Ασφαλιστικό και περιβάλλον είναι τυπικά παραδείγματα. Αυτό σημαίνει ακύρωση της προοδευτικής πολιτικής για κρίσιμα κοινωνικά προβλήματα. 
Σημαίνει και μεγάλη απομάκρυνση της κοινωνίας από τον προοδευτικό χώρο. Γιατί «κολοβή» πολιτική παύει να είναι πολιτική, και για την κοινωνία η άσκηση της πολιτικής δεν είναι a la carte. Επιπλέον σημαίνει ότι ο προοδευτικός χώρος με πολύ συνειδητό τρόπο εναποθέτει ένα κρίσιμο πρόβλημα στις συντηρητικές κυβερνήσεις, που θα επιβάλουν λύσεις σύμφωνα με τις δικές τους επιλογές. Και βεβαίως έχει μια «αόρατη συνευθύνη» για την εξέλιξη αυτή.
Το θέμα τελικά είναι ότι στην πραγματικότητα κανένα μεγάλο πρόβλημα δεν μένει άλυτο. Αν δεν λυθεί πολιτικά, το λύνει με σκληρό τρόπο η ίδια η πραγματικότητα. Μόνο που τέτοιες λύσεις θα είναι πολύ πιο επώδυνες για όσους θα τις υποστούν. 
Θα είναι ακόμη πιο επώδυνες στο μέτρο που θα τις χειριστεί πολιτικά μια συντηρητική - φιλελεύθερη κυβέρνηση, που θα εναποθέσει σε μηχανισμούς της αγοράς - που επιπλέον συχνά είναι και μηχανισμοί διαφθοράς - την επίλυση του συνταξιοδοτικού και των κοινωνικών πτυχών με τις οποίες αυτό συνδέεται. 
Στο μεταξύ εμείς μέχρι να καταφέρουμε να συνθέσουμε το κρίσιμο πολιτικό στίγμα μιας σύγχρονης σοσιαλιστικής δύναμης που οφείλουμε στην κοινωνία, θα δίνουμε ραντεβού στα συνέδρια ή στις πλατείες για να γιορτάζουμε τις ήττες μας.
του Τάσου Γιαννίτση | Ο κ. Τάσος Γιαννίτσης είναι πρώην υπουργός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: