Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Το Μέσο είναι το Μήνυμα (με αφορμή την κρίση του Εθνικού)

Με πόση προσοχή τηρήθηκαν για μια ακόμα φορά οι «ίσες αποστάσεις» στο θέμα του «θεατρικού συγγραφέα» Σάββα Ξηρού, ενώ ...
.... όλοι ξέρουμε ότι μιλάμε για έναν αμετανόητο εγκληματία; Πόσο εύκολα σε τόσες συζητήσεις εκδηλώθηκε μια κρυμμένη αγωνία να βρούμε «κάτι» να πούμε για να υπονοήσουμε εμμέσως πλην σαφώς ότι οι δολοφονίες της «17 Νοέμβρη», μπορεί να είναι καταδικαστέες, αλλά δεν είναι ακριβώς «δολοφονίες» με τον ίδιο τρόπο που είναι δολοφονίες όλες οι άλλες δολοφονίες (αλλά με έναν τρόπο «καλύτερο» ή έστω με έναν τρόπο «διαφορετικό»...). Πόσο εύκολα για την περίπτωση αυτής της ανήθικης παράστασης στο Εθνικό Θέατρο σπεύσαμε να διακηρύξουμε «είναι Τέχνη, αφήστε την ελεύθερη!» (αποφεύγοντας να πούμε ταυτόχρονα ότι, ανεξάρτητα από το αν είναι ή όχι «Τέχνη», είναι ταυτόχρονα μια πράξη προπαγάνδας);
Ας είμαστε σαφείς. Το έργο κακώς ανέβηκε και κακώς κατέβηκε. Γιατί πρέπει να ισχύει μόνο το ένα και όχι το άλλο; Τι είναι αυτό που μας εμποδίζει να υπογραμμίσουμε ότι ουδείς δικαιούνταν να ακυρώσει τις παραστάσεις της «Ισορροπίας του Nash», αλλά παράλληλα να καταδικάσουμε ανεπιφύλακτα την προσχηματική επίκληση της ελευθερίας του λόγου για την τοποθέτηση συγκεκριμένων αποτρόπαιων εγκλημάτων στο πεδίο των ρομαντικών γεγονότων; Γιατί μπορούμε να υποστηρίζουμε λ.χ.ότι το Εθνικό δεν μπορεί να ανεβάσει μια φτηνή επιθεώρηση, ότι στο Εθνικό δεν μπορεί να ανέβει έργο με κεντρικό θέμα την εξύβριση του Ιησού και των Θείων, ότι στο Εθνικό δεν έχει θέση ο ένας ή ο άλλος σκηνοθέτης, αλλά δεν πρέπει ποτέ να πούμε ότι στο Εθνικό δεν έχουν θέση τα γραπτά του Ξηρού; Γιατί ντρεπόμαστε να εκφράσουμε την μάλλον αυτονόητη άποψη ότι αυτή η παράσταση μετατρέπει το Εθνικό σε έναν κρατικό θεσμό που συμπράττει σε μια πολιτική πράξη διχασμού και – μέσα από τη δραματοποίηση των σκέψεων του δολοφόνου – σε μια ηθική πρωτοβουλία συμβολικής εξύβρισης νεκρών; Το Εθνικό υποκρίνεται διπλά όταν εξηγεί και τους λόγους που το ανέβασε και τους λόγους που το κατέβασε. Το ανέβασε για να ευθυγραμμιστεί με μια υπαινικτική στάση σχετικισμού απέναντι στην τρομοκρατία που είναι αρεστή σε κυβερνητικούς κύκλους και το κατέβασε γιατί δεν είχε το σθένος να υποστηρίξει ότι επρόκειτο για μια καλλιτεχνική επιλογή. Δεν πίστευαν στο έργο. Πήγαν απλώς να σιγοντάρουν μια «πολιτική πράξη» που τελικά κατέρρευσε από την κριτική που προκάλεσαν τα διαφανή της κίνητρα. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής και το Δ.Σ.του Εθνικού οφείλουν εξηγήσεις και γιατί επέλεξαν να ανεβάσουν και γιατί κατέβασαν αυτό το έργο.
Και δεν έχουν σημασία οι διάλογοι του έργου. Το μέσο είναι το μήνυμα. Και το μήνυμα είναι ότι ο Ξηρός ανεβαίνει στο Εθνικό. Γίνεται «Εθνικός».Θα επέλεγε ποτέ το Εθνικό Θέατρο ένα έργο στηριγμένο επάνω στις σκέψεις του ακροδεξιού δολοφόνου του Παύλου Φύσσα; Κι αν το επέλεγε, εμείς που γράφουμε άρθρα και ρεπορτάζ για όλα αυτά τα θέματα θα εμμέναμε να τηρηθούν οι «ίσες αποστάσεις» ανάμεσα σε αυτούς που θα υποστήριζαν την ελευθερία του λόγου και σε εκείνους που θα επέμεναν ότι ένα «χρυσαυγίτικο έργο» δεν θα έπρεπε να ανεβεί ποτέ στο Εθνικό Θέατρο; Αμφισβητεί κανείς ότι ένα έργο με τις σκέψεις του Ρουπακιά δεν θα ανέβαινε ποτέ, όχι μόνο στο Εθνικό, αλλά και σε κανένα άλλο θέατρο; Τι είναι αυτό που κάνει τον Ρουπακιά υπάνθρωπο και τον Ξηρό εξαίρεση; Η απάντηση υπάρχει, αν τολμάμε να την αντικρίσουμε: Είναι η μεταφυσική βεβαιότητα, καλλιεργημένη μετά από δεκαετίες μιας ρηχής και ατελούς «εθνικής συμφιλίωσης» ότι δεν μπορεί κάποιος να είναι εγκληματίας όταν είναι αριστερός. Κατά συνέπεια, όταν ένας αριστερός διαπράττει έγκλημα, τότε το έγκλημα δεν είναι ακριβώς έγκλημα, είναι κάτι ανώτερο από έγκλημα, κάτι ευγενέστερο από έγκλημα, κάτι προτιμότερο από έγκλημα. Έτσι ακριβώς σκεφτόμαστε, αλλά δεν το παραδεχόμαστε.
Όμως στο δίλημμα αν τα μέλη της «17 Νοέμβρη» είναι «εγκληματίες ή αριστεροί;» η απάντηση για όποιον δεν θέλει να εθελοτυφλεί είναι μία: Είναι και Εγκληματίες και Αριστεροί. Κι αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι Αριστεροί είναι εγκληματίες, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν «πολλές Αριστερές» και δεν σημαίνει ότι οι πιο πολλές από αυτές τις «πολλές Αριστερές» δεν έχουν διακριθεί στην Ελλάδα και διεθνώς στην υπεράσπιση των ανθρωπιστικών αρχών, των προοδευτικών αξιών και των ιδανικών της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της Δημοκρατίας. Αλλά αυτοί για τους οποίους μιλάμε είναι και εγκληματίες και αριστεροί. Είναι φορείς και συνεχιστές μιας συγκεκριμένης συνιστώσας της Αριστεράς, μιας διακριτής αριστερής παράδοσης διάπραξης εν ψυχρώ εγκλημάτων, που σφράγισε τον Εμφύλιο Πόλεμο, δεν καταδικάστηκε ποτέ ευθέως και απερίφραστα από την επίσημη Αριστερά και ξεχάστηκε στη συνέχεια στο πλαίσιο της προσπάθειας εξάλειψης από την Ιστορία της σκληρής αλήθειας του ποιοι πραγματικά είμαστε σ’ αυτή τη χώρα.
Κάποιοι αριστεροί αντιδρούν και αποδοκιμάζουν το έγκλημα. Αλλά οι περισσότεροι από τους αριστερούς που δεν «τιμούν» τους τρομοκράτες με επίδειξη ευαισθησίας και ανεκτικότητας, απλώς σιωπούν. Σιωπούν γιατί ξέρουν πόσο κομβική είναι η σημασία του εγκλήματος στην παγκόσμια αριστερή κοσμοθεωρία ως μέσου που πείθει τα πλήθη και τους «χρήσιμους ανόητους» ότι μετέχουν σε ένα κίνημα για την πραγματοποίηση της ουτοπίας. Σιωπούν γιατί φοβούνται ότι μια καταδίκη των τρομοκρατών μπορεί να τους απομονώσει σταδιακά, «ανεπαισθήτως» και πλήρως από τη «ριζοσπαστική Αριστερά», την αριστερά του σχετικισμού, εκεί που δεσπόζει η άρρητη αρχή πως τίποτα δεν μπορεί να απαγορεύεται όταν ο στόχος είναι η εγκαθίδρυση της ιδανικής κοινωνίας. Βεβαίως, όπως έχει αποδειχθεί ιστορικά, στην πράξη ο στόχος δεν είναι η ουτοπία, αλλά το έγκλημα, αλλά σκαρώνουμε μια ουτοπία ως πρόσχημα προκειμένου να διαπράττουμε τα μεγαλύτερα εγκλήματα με τις λιγότερες τύψεις. Κάπως έτσι, σε μια κοινωνία που η φράση «πολιτικό έγκλημα» αρκεί για να δώσει σε ένα έγκλημα κύρος (!) και σε έναν εγκληματία σεβασμό (!), η πλειονότητα (αριστερών και δεξιών...) αισθάνεται αμηχανία και βρίσκεται σε σύγχυση για το πώς να φερθεί στους τρομοκράτες (κάτι που εκδηλώθηκε και κατά τη σύλληψη των μελών της «17 Νοέμβρη» το 2002 όταν χύθηκαν ποταμοί από μελάνι για να εκφραστούν κάθε λογής προσχηματικές επιφυλάξεις).
Πολλοί στοχαστές, αριστεροί, αλλά και ανεξάρτητοι θα μπορούσαν να επιχειρηματολογήσουν (και να διαφωνήσουν με άλλους αριστερούς...) ότι Αριστερά χωρίς τρομοκρατία δεν είναι ακριβώς Αριστερά, ότι Αριστερά χωρίς έστω κάποια συμβολική σχέση με την τρομοκρατία δεν μπορεί να υφίσταται γιατί τότε ακυρώνει τον εαυτό της ως πολιτική δύναμη που αναγνωρίζει ότι όλα τα μέσα μπορούν να επιστρατευτούν για την κατάκτηση της ουτοπίας. Θα έλεγαν κάποιοι πως αν δεν μπορείς θεωρητικά (και, αν χρειαστεί, και πρακτικά...) να σκοτώσεις τη μάνα σου, τον αδελφό σου και τον κολλητό σου στο όνομα μιας ουτοπίας τότε σημαίνει ότι η ουτοπία αυτή δεν είναι αρκετά «απόλυτη», δεν είναι «τομή στην Ιστορία», δεν είναι τελικά μια ουτοπία αρκετά «αριστερή», αρκετά «ουτοπική», αλλά είναι απλώς ένα σχέδιο που εκπίπτει στο πεδίο της πεζής διαχείρισης, εκεί που δραστηριοποιούνται όλες οι άλλες αστικές και «συμβιβασμένες» πολιτικές δυνάμεις. Γιατί λοιπόν να στρατευτείς ολόψυχα στην πραγματοποίηση ενός διαχειριστικού και συμβατικού οράματος; Τι διαφορά έχεις τελικά εσύ από τους άλλους; Γι’ αυτό λοιπόν κάθε αριστερό καθεστώς ενδεχομένως να χρειάζεται την ιδεολογική συνάφεια, μια συγγένεια στο επίπεδο των συμβόλων με το φαινόμενο της τρομοκρατίας. Γι’ αυτό ίσως καλοδέχεται τέτοιες θεατρικές παραστάσεις, γι’ αυτό οι κρατικοί θεσμοί όπως είναι τα Εθνικά Θέατρα σπεύδουν να ευθυγραμμιστούν...
Ας σκεφτούμε τον μηχανισμό: Ναι, δεν συμφωνείς με το έγκλημα και το πιθανότερο είναι ότι δεν θα διαπράξεις ποτέ έγκλημα, ότι θα σταματήσεις στη σκέψη. Αλλά αν θέσεις όριο στο μέχρι που μπορείς να φτάσεις, αν θέσεις όριο στη ρήξη, τότε πέφτεις στην παγίδα του κατεστημένου, που θέλει να σε οριοθετήσει και να σε περιορίσει. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο όπου η πνευματική δίψα του ανθρώπου για το «ιδανικό» συναντά τη βιαιότητα της σκοτεινής ψυχής του και όταν αυτή η σύντηξη γίνει πλήρης, αν δεν παρέμβει η λογική, τότε βλέπουμε τα μεγαλύτερα εγκλήματα να διαπράττονται από τους πιο ρομαντικούς και καλλιεργημένους ανθρώπους. Πάντα το αποτέλεσμα είναι ίδιο, είναι τρομοκρατία, έγκλημα και βία, είτε μιλάμε για τη βία και την τρομοκρατία των οπαδών θρησκευτικών δογμάτων, για τη βία και την τρομοκρατία της Αριστεράς και του κομμουνισμού, για τη βία και την τρομοκρατία της ακροδεξιάς, του ναζισμού και του φασισμού. Όλα είναι αποτελέσματα τη σύντηξης της διάνοιας με το σκότος που μετατρέπει ανθρώπους, ομάδες και μάζες σε κτήνη.
Σε όλα αυτά ας προσθέσουμε και το αθάνατο ελληνικό μίσος. Ας υπογραμμίσουμε ότι το μίσος για τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας παραμονεύει και ταξιδεύει στην Ελλάδα από γενιά σε γενιά σαν ανίατη κληρονομική αρρώστια. Μια καλή εξήγηση γιατί στην Ελλάδα παραμένει αθεράπευτη η οικονομική κρίση είναι ότι οι Έλληνες, αντί να την αντιμετωπίσουμε με αυτονόητες θεσμικές και οικονομικές πρωτοβουλίες όπως έγινε σε όλες τις άλλες χώρες, την εκμεταλλευτήκαμε από την πρώτη ώρα ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία, ως ένα ιδανικό πρόσχημα για να αναζωπυρώσουμε τις διαιρέσεις, για να λύσουμε ξανά τις παλιές διαφορές και να ξαναγράψουμε την Ιστορία. Σαν να ήταν η οικονομική κατάρρευση η ευκαιρία που τόσα χρόνια ικετεύαμε το Θεό να έρθει προκειμένου να κατορθώσουμε να μπήξουμε ξανά τα δόντια μας ο ένας στο λαιμό του άλλου. Γι’ αυτό έξι χρόνια μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης διαλυόμαστε όλο και περισσότερο και ζούμε πια τον τραγέλαφο να έχουμε εκλέξει για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία μια αριστερή κυβέρνηση που παραπαίει μέσα στις πυρετώδεις φαντασιώσεις, τα συνθήματα και τα σύμβολα του 1944.
Ο «Δεκέμβρης», η «Βάρκιζα» και το μίσος για τους «άλλους» και για τη Δύση βρίσκονται στα μυαλά και στα χείλη των κυβερνητικών και των ακολούθων τους κάτι που καθόλου δεν έκρυβαν και προτού εκλεγούν, αλλά όλοι εμείς οι αφελείς το αντιμετωπίζαμε σαν καλαμπούρι («έρχεται το νέο ΕΑΜ», λέγαμε...) αφού εμείς, η Ελλάδα που έμαθε να σκέφτεται και να μιλάει στις δεκαετίες της αποχαυνωτικής ευμάρειας σαν «πρωϊνή τηλεπερσόνα», τα βλέπει όλα αυτά σαν ένα ακόμα καλαμπούρι. Βυθιζόμαστε λοιπόν σήμερα αβοήθητοι, μοιραίοι και ρακένδυτοι μέσα σε ένα ακατάσχετο καλαμπούρι επανάληψης του θλιβερού ελληνικού ιστορικού κύκλου όπου πλέον πρωταγωνιστούν άνθρωποι που καλά - καλά δεν θυμούνται πώς έπεσε η Χούντα το ’74 (αλλά «θυμούνται» τον «Δεκέμβρη» του ’44 ...).
Ας θυμηθούμε και την περυσινή κυβερνητική σπουδή να ενορχηστρωθεί η απελευθέρωση του Ξηρού με έναν νόμο από τον οποίο τελικά επωφελήθηκαν άλλοι εγκληματίες, αλλά όχι αυτός. Ο μόνος λόγος που ο Ξηρός δεν επωφελήθηκε, δεν απελευθερώθηκε και δεν βρέθηκε στην πρώτη σειρά στην πρεμιέρα του Εθνικού Θεάτρου είναι γιατί διεμήνυσε στους αυτόκλητους κυβερνητικούς Σωτήρες του ότι δεν μπορεί να φορέσει το «βραχιολάκι», που βάσει του νόμου ήταν προϋπόθεση της απελευθέρωσης, γιατί είναι ... εξάρτημα του Σατανά.
Τα μέλη της «17 Νοέμβρη» και άλλων αριστερών τρομοκρατικών οργανώσεων είναι αυτό ακριβώς που οι ίδιοι πιστεύουν και διακηρύσσουν ότι είναι, είναι κληρονόμοι των εκτελεστών της Αριστεράς του Εμφυλίου (και όχι των Αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης γιατί σπανίως οι δύο ιδιότητες αυτές ταυτίζονταν και εκφράζονταν στα ίδια πρόσωπα).Και αυτοί, όπως και οι περισσότεροι αριστεροί εκτελεστές του Εμφυλίου (γιατί βεβαίως υπάρχουν και οι Δεξιοί, που όμως δεν διέπρεψαν σε εκτελέσεις, αλλά σχεδόν μόνο σε φυλακίσεις και εκτοπίσεις ...), είναι αγράμματοι και σφαγείς. Και αυτοί, όπως και οι περισσότεροι αριστεροί εκτελεστές του Εμφυλίου φιλοτεχνούν και διατυμπανίζουν (με τη βοήθεια των εγγράμματων και βαθυστόχαστων οργανωτών τους...) το πρόσχημα ενός ευγενούς οράματος δικαιοσύνης, αλλά στην πραγματικότητα υποκινούνται από μια ακατάσχετη φασιστική ορμή να δολοφονήσουν τους ισχυρούς διαφωνούντες, να εκφοβίσουν τους υπόλοιπους και να πρωταγωνιστήσουν στην επιβολή ολοκληρωτικού καθεστώτος αποκομίζοντας προσωπικά οφέλη.
Γι’ αυτό και η Αριστερά, μια συγκεκριμένη και διακριτή έκφραση της Αριστεράς, η «Αριστερά με το όπλο παρά πόδα» (για να θυμηθούμε το αριστερό παρασύνθημα μετά την ήττα στον Εμφύλιο, που ποτέ δεν αναιρέθηκε ...) δεν αποδέχθηκε ποτέ πλήρως την ιδέα της εθνικής συμφιλίωσης, γιατί γι’ αυτή την Αριστερά, γι’ αυτή τη δεσπόζουσα συνιστώσα της Αριστεράς, για τη «βαθιά Αριστερά» η εθνική συμφιλίωση μοιάζει περισσότερο με «συμβιβασμό» και «ενσωμάτωση» αφού προϋποθέτει την εγκατάλειψη της ιδέας της σύγκρουσης, εγκαθιδρύει τον τελειωτικό αφοπλισμό και επιβάλλει την «οριστική Βάρκιζα». Γι’ αυτό και η πιο «διάσημη» ένοπλη συνιστώσα έβαλε στο στόχαστρο τον αρχιτέκτονα της εθνικής συμφιλίωσης, τον Παύλο Μπακογιάννη, όταν η εθνική συμφιλίωση εκδηλώθηκε κοινοβουλευτικά με την κυβέρνηση συνασπισμού ΝΔ - ΚΚΕ το 1989, κάτι που ως τότε έμοιαζε ασύλληπτο και ακατόρθωτο. Οι συντηρητές της σύγκρουσης θεώρησαν ότι το ΚΚΕ πρόδωσε την ιερή αποστολή του και εκδικήθηκαν εκείνον που υποτίθεται ότι το «παρέσυρε» στην «προδοσία». Στόχος τους να συντηρήσουν τα πάθη, να συνταράξουν και να διαιρέσουν την κοινωνία και να κρατήσουν αναμένο το λίκνο του μίσους και του διχασμού. Για όλους αυτούς, για τους αυτόκλητους ιερείς της «ψυχής της Αριστεράς», η εθνική συμφιλίωση ήταν μια υπαρξιακή απειλή. Ο Παύλος με το ήθος, τη γενναιότητα και την πολιτική του οξυδέρκεια ήταν αυτός που τους απείλησε περισσότερο από κάθε άλλον ότι θα τους οδηγήσει στο περιθώριο της Ιστορίας. Η εθνική συμφιλίωση εξοργίζει ακόμα και σήμερα όσους αριστερούς θεωρούν εαυτούς κληρονόμους του πνεύματος του Εμφυλίου. Γιατί στον βαθμό που η εθνική συμφιλίωση εφαρμόζεται και επικρατεί, ναρκώνει το «προλεταριάτο» και εξασθενίζει την ορμή για σύγκρουση και το πείσμα για ρήξη και ρεβάνς.
Αυτούς θαυμάζουν λοιπόν πολλοί στη σημερινή κυβέρνηση σαν τους «δικούς τους Τσε», αυτούς έχουν ως πρότυπα αρκετοί από τους «ράπερ της εξουσίας» που ακόμα και μέσα στη δεκαετία του ’90, μεγάλωσαν ακούγοντας αντάρτικα (εφόσον τα αντάρτικα είναι κάτι σαν το ραπ της ελληνικής αριστερής νεολαίας...).Που ανατράφηκαν με το μίσος για τους «δεξιούς», που μεγάλωσαν με την ακλόνητη βεβαιότητα ότι η ασυδοσία μπορεί να είναι δικαίωμα των ηττημένων γιατί αυτοί ήταν «ηθικοί» και «αμόλυντοι».Εάν εστιάσουμε στη «μεγάλη εικόνα», καταλήγουμε τελικά να μιλάμε για μια νοσηρή συλλογική συμπεριφορά, χαρακτηριστική της βαθιά κρυμμένης φασιστικής σταθεράς που διαπερνά την ελληνική κοινωνία και αφορά πολλές κατηγορίες ανθρώπων (όχι μόνο αριστερών, αλλά σχεδόν όλων μας...) ενώ εκδηλώνεται ταυτόχρονα σε πολλές κατηγορίες της συλλογικότητας (στην εργασία, στην οικογένεια, στις διαπροσωπικές σχέσεις).Και εν προκειμένω, έτσι εξηγούνται όλα, και η ποιότητα της διακυβέρνησης και οι πραγματικοί στόχοι της κυβέρνησης, και η κατάντια της χώρας, και η συλλογική αμηχανία μόλις πιάνουμε να μιλήσουμε για την αριστερή τρομοκρατία και φυσικά έτσι εξηγείται και η παρείσφρηση ενός τόσο ανήθικου θεατρικού έργου μέσα στο ρεπερτόριο του Εθνικού Θεάτρου.


Δεν υπάρχουν σχόλια: