Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Το σπήλαιο του Μελιδονίου {Μυλοπόταμος]

Το σπήλαιο του Μελιδονίου βρίσκεται σε υψόμετρο 220 μ., στη νότια πλευρά του όρους Κουλούκωνα και σε απόσταση 1800 μ. βορειοδυτικά του χωριού Μελιδόνι. 



Η είσοδος του σπηλαίου έχει σήμερα τη μορφή χαμηλής καμάρας ύψους 2,5 μ. και πλάτους 4 μ. Το εσωτερικό του αναπτύσσεται σε τρία επίπεδα και κατά δύο κατευθύνσεις. Η μεγάλη αίθουσα έχει μορφή σχεδόν ορθογωνική, με μήκος 65 μ. (Β-Ν) και πλάτος 25 - 30 μ. (Α-Δ). Ο θόλος με τους σταλαγμίτες φτάνει σε ύψος τα 13 μ. Αριστερά της αίθουσας ξεκινάει ένας κατωφερικός διάδρομος στο βάθος του οποίου υπάρχει κυκλικό κοίλωμα που κατεβαίνει κατακόρυφα έξι μέτρα. Στη βορειοανατολική γωνία της μεγάλης αίθουσας ξεκινάει μία στενή σύραγγα, που οδηγεί τέσσερα μέτρα χαμηλότερα σε μία μακρόστενη αίθουσα, μήκους 30 μ. και ύψους 9 μ. και καταλήγει νοτιοδυτικά σε μία βραχεία σύραγγα. Η σύραγγγα στρίβει απότομα προς τα νοτιοανατολικά, περνά μέσα από δύο καμάρες και οδηγεί σε άλλο θάλαμο, μήκους 18 μ. Ο θόλος χαμηλώνει απότομα και φτάνει στο χείλος καταβόθρας, βάθους 24 μ. (;). 

Από την έως τώρα αξιολόγηση των ανασκαφικών δεδομένων προκύπτει ότι η χρήση του σπηλαίου ήταν αδιάλειπτη από την ύστερη Νεολιθική περίοδο μέχρι και τα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια, ενώ αποτέλεσε καταφύγιο κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Αν και αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως χώρος εγκατάστασης (το 1928 εντοπίστηκαν νεολιθικά εργαλεία), κατά την μεσομινωική περίοδο (2100 - 1600 π.Χ.) μετατράπηκε σε χώρο λατρείας (το 1940 βρέθηκε σε λαθρανασκαφή χάλκινος πέλεκυς). Κατά την δαιδαλική περίοδο (7ος αι. π.Χ.) φαίνεται ότι λατρεύτηκε γυναικεία θεότητα ενώ μία επιγραφή ρωμαϊκών χρόνων, που εντοπίστηκε το 15ο αι. στο τοίχωμα της εισόδου, συνέδεσε το απήλαιο με τη λατρεία του Ερμή. 

Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα η έρευνα στο σπήλαιο περιοριζόταν στον εντοπισμό και την ανάγνωση των επιγραφών που βρίσκονται στην είσοδο του. Το 1923 έγινε μικρής έκτασης ανασκαφική έρευνα από μία ιταλική αρχαιολογική αποστολή που δεν έδωσε σημαντικά αποτελέσματα. Το 1954 ο γάλλος αρχαιολόγος P. Faure ερεύνησε το σπήλαιο και διαπίστωσε την ύπαρξη Υστερομινωικών ΙΙΙ, Υπομινωικών (1450-1100 π.Χ.) και Πρωτογεωμετρικών (10ος αιώνας π.Χ.) οστράκων, καθώς επίσης και θραύσματα ρωμαϊκών λύχνων. 

Από το 1987 έως σήμερα διεξάγονται ανασκαφές από την ΚΕ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, οι οποίες έφεραν στο φως πολλά ευρήματα, κυρίως των Μινωικών χρόνων. 

Στο πλαίσιο του προγράμματος INTEREG για την ανάδειξη των σπηλαιολογικών πάρκων πραγματοποιήθηκαν εργασίες ανάδειξης και αξιοποίησης του εξωτερικού χώρου του σπηλαίου (αναψυκτήριο, W.C., πλακοστρώσεις).
Συντάκτης
Βάννα Νινιού - Κινδελή, Αγγελική Τσίγκου, Αρχαιολόγοι

Δεν υπάρχουν σχόλια: