Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Το Προξενιό στο Μυλοπόταμο [θρύλοι και παραδόσεις στον Μυλοπόταμο]

Στο γάμο ήτανε ερχόμενοι πολλοί ξένοι, από τα γύρω χωριά, συγγενείς του γαμπρού μα και τσι νύφης γιατί και οι δύο ήτανε από μεγάλο σόη.
Αναμεταξύς τόνε, ήταν και μια παρέα νέοι, από ένα άλλο χωριό. Το χωριό αυτό, γνωστό σε όλους γιατί ήτανε ...

γεμάτος ο τόπος σκλαμποσυκιές, και αθανάτους στα κηπάρια, πέρα- πόδε στα δέματα, ακόμη είχιενε από τούτα να τα δέντρα, και έκια γύρω-γύρω, στο κυβούρη.

Οι νέοι λοιπόν που ήρθανε στο γάμο, ήτανε περίπου της ίδιας ηλικίας κοντοσυγγενείς και πρωτοξάδερφα, καλοί μερακλήδες, εμφανίσημοι ψιλοί και λεβεντ' άντρες εχορέγανε όμορφα ετραγουδούσανε άλλοι επαίζανε λύρα, άλλοι ήτανε πασαδόροι, τραγουδηστάδες, και καλοί γλεντιστάδες. Που σε κάποια στιγμή που επαίξανε αντί για τσι κανονικούς λυραντζήδες, και εγλεντίζανε και εβαστούσανε ολομόναχοι ντονε το γλέντι (η δικήν τόνε παρέα μόνο).

Εξεσταθήκανε όλοι γυναίκες και άντρες, και τσι καμαρώνανε όπως εγλεντήζανε και ελέγανε πως έτσα παρέα δεν εξανάδανε ποτές τωνε όθεν κιά μέσα, όθεν τα χωριά ντονε. Ένας λοιπόν τσι παρέας ετούτης σας είδενε μία κοπελιά στο γλέντι και τηνε εμπεγέντησε και τωνε λέη τσι παρέας του,
- Γιάε εμένα μου αρέσει εκείνη νε η κοπελιά μόνο ρωτήξεται με τρόπο να μάθετε τήνος είναι. Και αδέ κάνω λάθος κάποια ώρα πρέπει και νά τηνε σήκωσε και εχορέψανε κιόλας σούστα μαζί στο γλέντι απάνω. Από 'κια και ύστερα εγενήκανε σαν τα θεριά στη μπαρέα. επαίζανε πιο μεγάλους πήδους και τσαλήμια, που όπως εχορέγανε εβγαίνανε σάμε τη στέγη του σπιθιού. Αυτός που εβάστανε κάθε φορά, και εχόρεγιε στην ομπρός μεριά, όποιος και νά τανε Θέλα πέξη το πήδο να βγη τη μια, απάνω, στη απάνω μπάντα τσί πλάτης τσι καρέκλας γη απάνω στο τραπέζι στη γωνιά-γωνιά με τρόπο να κάμη το πάσο ντου κια πόκιας να πέξη το πήδο να κατεβή και να συνεχίζη να σέρνη πάλι το χορό όπως το συνηθίζανε τότες, οι καλοί χορευτές.

Του ντελικανή του άρεσε νε η κοπελιά, του άρεσε και ο κύρης τσι, γιατί έτυχιε και ήτανε τη βραδυά εκείνα και πήκιερος στο γάμο αλλά αυτός από το πυκιεριό, δεν εκατάλαβε νε πράμα, από τα αυτί εμπήκανε στο μυαλό του ντελικανή, εκείνο-να το βράδυ.

Το τυχερό έρχεται αμοναχόν του, καμιά φορά, μπαίνη η ιδέα του κοπελιού, πως ετούτηνε η κοπελιά εμένα μου κάνη. Την άλλη μέρα που εγιά-γυρε ο νεαρός στο σπίτι ντονε, τόνε ρωτούσανε πως επέρασε στο γάμο, ποιοι ήτανε ρχομένοι και αν ήτανε καλό το γλέντι, και πως επεράσανε οι γα-μηλιώτες,

Ο γυιός όπως τους τάλεγε με το νί και με το σήγμα, για το γάμο, μιας στιγμής τόνε λέη τω γονέω ντου πως ήτανε και του τάδε η μεσαία κοπελιά έκια, και μου άρεσε και θέλω να πάτε να μου τη ζητήξετε.

Ως το 'κουσε νε η μάνα ντου από τη χαράν τζι μόνο, χωρίς να βγάλη λέξη ετρέξανε από τα μάθια ντζι δάκρυα χαράς (γιατί ήτανε και κατρουλαμάτα), και εξάνοιγενε μια το κανακάρη 'τζι και μια τον άντρα 'νζτι. Και σε μιά ολιά λέει - Αμέντε μωρέ να ρωτήξετε ίντα κοπελιά είναι μα έχωμε δικούς μας ανθρώπους από κια, από τα μέσα χωριά.
 
Και ο κύρης του ετσιμογέλασε μα δεν είπενε πράμα (γιατί εθυμήθηκε τα δικά 'ντου) μόνο το γυρόφερνε στο μυαλό ντου, και εσκέφτουντονε, από που να το ντακάρη, και εκείνη να την ώρα εβάστανε το μαναράκι και του ταίριαζε ένα στελιάρη, και όπως εβάστανε το ξυλοφά και έτρωενε τσι ρόζους και το μυαλό ντου εστρυφογύριζε μια στιγμή του κάνη.
- Αυτή μωρέ λες να σε θέλη (είπε νε μισό - αστειευόμενος ο κύρης του).
- Αδέ με θέλη δεν πειράζη γιατί εγώ θα τη κάμω σιγά-σιγά, να με θέλει.
- Μια φορά καλή οικογένεια γρυκώ και λένε πως είναι, μαγάρη να γένη έχη πολλούς αδερφούς, και θα μπής σε καλή οικογένεια, μόνο να 'ναι γερή να σου κάμη καλά και γερά κοπέλια. Αυτή ανε' ν' είναι σαν τη μάνα 'τζι, και τσι μοιάζη, θα ν' είναι γερή γυναίκα. Απ' ότι νροικώ και λένε των έχουνε και υπόληψη έκια μέσα στα χωριά ντονε και οι άνθρωποι.
- Να το ρωτήξωμε και να το ξανοίξωμε να δούμενε πως θα γένη και πως θα το κάμωμε.
Αφού επεράσανε οχτώ δέκα μέρες και η κουβέντα ήτανε περασμένη στο μυαλό του ενδιαφερόμενου, ο Κύρης του όλες αυτές τσι μέρες εσκέφτουντονε, Σε πιο άνθρωπο να ξεμυστηρευτή το μυστικό, Και θα πρέπη να πέψη άθρωπο να πάη να το τελείωση καινά 'χη σχέση και από τσι δυο πλευρές των υποψηφίων.

Ο κατάλληλος άνθρωπος ήτανε ο σύντεκνός του που ήτανε αξάδερφος του συμπεθέρου και σά-ντολος του υποψήφιου γαμπρού.
Πάη ένα βράδυ και του λέη γιάε σύντεκνε, έτσε -και τσε, μου συμβαίνη, έτσε σκέφτομαι να κάμω εσύ ίντα λες.
- Καλό και εβλοημένο σύντεκνε, καλή η ιδέα του φιλιότσο, από καλή οικογένεια είναι και είναι και καλής ράτσας άνθρωποι, όποτε θες σύντεκνε, και απόψε άμα θες στη διάθεση σου.
- Οη σύντεκνε απόψε, αβαργά σύντεκνε θα πάρης και το γαμπρό μου να πάτε, που αυτή νου, του τρέχουνε τα προξενιά, και τα τελειώνει κιόλας.
Την άλλη μέρα σαν εσκοτίνιασε, σηκώνοντε από το καφενείο χωρίς να πούνε που πάνε καληνυχτίζουνε και πορίζουνε όξω, κάνουνε το σταυρό ντονε, και ξεκινούνε για να μη δώσουνε στόχο, ένας-ένας, ο ένας καβαλάρης στο μπεγίρι, και ο άλλος πορπατάρης, και σμίγουνε όξω από το χωριό.
Οι χωριανοί ήτανε όλοι αναμαζωμένοι στα σπίθια ντονε και δεν εκακοβάλανε η αλήθεια είναι, πως, δεν επορπατούσανε κιόλας, τέτοια ώρα άθρωπος όξω, για να δώσουνε υπ' οψία.
Στο δρόμο επεράσανε δύο τρία χωριά σάμε να φτάξουνε και σε όλο το δρόμο ελέγανε αποσίγανα ιστορίες από διάφορα γεγονότα εκτός από τη υπόθεση που αναλάβανε να βγάλουνε σε πέρας ο κά-θα εις εσκέφτουντονε ίντα θα είναι έτοιμος να πη από μόνος του. Σαν εφτάξανε ήτανε έτοιμοι, αλλά ο κάθε ένας εβάστανε τη σοβαρότητα ντου και την αξιοπρέπεια του όσο εχρειάζουντονε και ακόμη άλλη τόση.
Χτυπούνε στο σπίτι τσι κοπελιάς βγαίνη η γριά, εγαυγίζανε και οι σκύλοι, καληοπερίζουνε
- ίντα κάνεις αξαδέρφη χερεθιούντε και ρωτούνε που είναι ο αξάδερφος.
- Μέσα είναι μόνο ελάστε.

Ξεπεζεύγη από το μπεγίρι το δένη στη δεματαρά, και μπαίνουνε όλοι μαζί μέσα, είχανε 'ποδειπνημένα και στη κουζίνα ήτανε όλη η οικογένεια γύρω-γύρω από τη παρασιά και επυρώνουντανε εκουβεδιάζανε, οι κοπελιές εράφτανε, και τα πιο μικρά κοπέλια που ήτανε ακόμη δασκάλια στο σκόλιο εδιαβάζανε, και εγράφανε.
Η γρέ λέη ίντα γυρέντε τέτοια ώρα παέ, πράμα ζα θα χάσανε και βγήκανε και τα ρωτούνε στα χωριά, και εξετρυπήσανε σάμε παέ.
Καθήζουνε απης εχερετηχτήκανε, τόνε βάνουνε μια ρακί με καρύδια και σημώνουνε στη φωθιά. Τα κοπέλια και όλοι εβάλανε στο μαγγάλη κάρβουνα και εμπήκανε στο απο μέσα σπίτι και εκάτσανε, και εφήκανε μόνο τσι ξένους με τσι δύο γέρους και το μεσακό γυιό που ήτανε καθησμένος σοβαρά-σοβαρά και εγρύκανε το πατέρα ντου εμίλενε με τσι ξένους και τσι ξάνοιγε από τη κορφή σάμε τα νύχια, και επολέμανε από τα λεγόμενα να καταλάβη την επίσκεψη ντονε εκείνη τη βραδυά.

Οι μουσαφίρηδες ελέγανε απ' όλα, εκτός από το λόγο που κάμανε τη στραθιά ντονε. Σαν εθέκανε τα κοπέλια από μέσα και τσι καληνυχτήσανε, ήτανε και η ώρα, σε μια ολιά, ώρα να τόνε πούνε το χαμπέρη.
- Γιάε εμείς ήρθαμενε παέ, και για μια άλλη δουλειά, οπροθές στο γάμο του τάδε είδενε του τάδε ο γυιός τη θυγατέρα σου και ήρθαμε νε να σου τη ζητήξωμε, Ξεφυσά ο γέρος δύο τρεις φορές, και πόκιας ερώτηξε.
- Ντά ποιός μωρέ απ' όλους είναι ο γαμπρός;
- Εκείνος σας που εφόριενε το μαύρο σάκκο με τη χακί γκιλώτα με το κοφτό μουστάκι.
- Ααα εκείνος σας 'ητανε.
- Ε... αν είναι κιοσάς... (και το κόη τάξε είναι καλός και μου κάνει).
 
Και του λένε είναι καλό κοπέλι, και από καλή οικογένεια.
Είναι καλοί αθρώποι, και όποια γυναίκα μπή στο σπίτι ντονε, θα πέραση καλά στα χέρια ντονε. Δεν τζι θωρείς με τη βέργα ντονε εκατεβή κάνε στο χωριό και είναι οι καλύτεροι νοικοκυραίοι γινόμενοι.
Η γριά δεν εμίλιενε μα μια στιγμή λέη εμείς δεν ήμαστε εδά για παντριές γιατί ακόμη χρωστούμε τσ' άλλης που βγάλαμε οπέρυσης όξω.
- Ντα δεν θένε αυτοί όξω το κορμί τσι κοπελιάς.
- Ίντα έτσα θα τηνε βγάλωμε όξω, Εμείς θα τσι δώσουμε ότι τσι ανήκει.
- Ύστερα είναι μικιή, ακόμα δεν τη έχω για παντρειά. Από δέκα τόπους μου τη ζητούνε μα είναι νωρίς ακόμη.
- Ντα δε θα παντρευτούνε ντελόγο, θα κάτσουνε ομπρός να ταχτοποιηθούνε κι' ύστερα.
- Ύστερα και η πρικα τζι, είναι ακόμη ακάμωτη, γιατί είχα ο μπρος την άλλη, και δα σάζη τα δικάν τζι.
Έτσα το λαλούσανε, κάνα δύο ώρες και επίνανε ότι τόνε κουβάλιενε η γρέ στ τραπέζι και εδυσκόλεγε, ο γης τ' αλλού, τις απάπηρες που έκανε μέχρι που ο κύρης τσι κοπελιάς έλεγε, να το αφήσουνε να το σκεφτούνε, ομπρός να δούμε πως θα γένη και να απαντήσουμε σήμερο Οχτώ.

Ο γαμπρός δεν έχη ψεγάδι, και ανε μοιάζει του κυρού ντου όπως μου λέτε θα είναι καλό κοπέλι.
- Βασίλισσα θα πέραση στα χέρια ντου.
Οι προξενητάδες επιμένανε πως εμείς δεν το κουνούμε από παέ, αδε το τελειώσουμε απόψε. Ομπρός θα το τελειώσομε, να δώσουμε το σημάδι και ύστερα θα φύγουμε, ίντα θα πη να περιμένουμε την άλλη βδομάδα, μόνο φώναξε να δούμε και τη κοπελιά να μας σε κεράσει κιόλας.
Δεν θέλανε να δώσουνε την εντύπωση πως και με το πρώτο που ήρθανε οι προξενητάδες, εγλακούσανε να τη δώσουνε για να τη ξεφορτωθούνε, μόνο το καθυστερούσανε (γιατί ο λόγος θέλη μάσισμα και από τα χείλη βγάρμα).

Και κάνη νόημα ο πατέρας τσι μάνας τάξε, άμε μέσα να ξυπνήσεις τη κοπελιά και λέη και του μεσακού γυιού που ήτανε σε όλη τη συζήτηση, εσύ ίντα λες Γιώργη, πως σου φαίνεται η περίπτωση, δεν σε κούσαμε να πης πράμμα ετόση-να ώρα, μόνο αφρουκάζεσε, για πες μας και συ τη γνώμη σου.
- Ίντα να σας σε πω γω άμα είναι καλή οικογένεια, καλό και ευλογημένο να 'ναι, ότι απόφασήσεις εσύ πατέρα.
Η γρέ όμως είχιενε φερμένα ένα τυρομάλαμα στη μέση του τραπεζού, και χωρίς να τηνε αναζητήξουνε από ώρα., όντεν κουβεδιάζανε, επήενε στη κοίτη και έπιασε ένα πετεινό από το λαιμό και από τα πόδια, και για ποτές τον έστεσε και έβραζε στο τσικάλι στο από κάτω σπίτι κάνης δεν το κατάλαβε, και τόκαμε την ώρα που εχρειάζουντονε. Σε τέτοια πράματα η γυναίκα ντου η αλήθεια εγάτεχιε, το καλό και το όμορφο, και έβγανε πάντα το άντρα ντζι ασπροπρόσωπο. Και εγάτεχιε πότε χρειάζεται η αθρωπιά.

Μπαίνη μέσα η γρέ να ξυπνήσει τη κοπελιά, μα τόση 'να ώρα όμως ή κοπελιά δεν εκοιμούντανε γιατί εκατάλαβε πως ήρθανε για αυτή. Γιατί τσι πέξανε δυό-τρεις μαθιές πριν να θέση, και εσκέφτηκιε πώς τούτοι νε οι αθρώποι πράμα προξενιό μου κάνουνε, γιατί τόσες σας ώρες ίντα κάθουντε στο σπίτι και δε φεύγουνε και κάτρα-πάτρα εκρυφά-κουγιε τη κουβέντα μα δεν εξεκαθάριζε πολλά πράμματα, ακόμη ούτε πιός είναι ο γαμπρός γιατί δεν τσι γνώριζε τσ' αθρώπους. Και όσο και βασανίζη το μυαλό 'τζι δεν εμπόριενε να βρή πιος είναι ο γαμπρός.

Σηκώνουνε τη κοπελιά και πορίζη και τσι λέη ο πατέρας τσι, γιάε παιδί μου ο προορισμός του ανθρώπου είναι να μεγαλώνη να παντρέγιετε 'έκια που είναι το τυχιερά ντου, του κάθα 'νους, να κάνη κοπέλια, να τα μεγαλώνη όπως το κάμαμε εγώ με τη μάνα σου.

Λοιπόν ετούτοι-νε η αθρώποι που ήρθανε απόψε παέ, μας σε τιμήσανε, και είναι μιας από τις μεγαλύτερες οικογένειες του Μυλοποτάμου, Όπως σε αγαπούμε εμείς έτσα θα σε αγαπούνε και αυτοί, και θέλω όπως αγαπάς εμάς έτσα να τσι αγαπάς και αυτούς γιατί αυτοί θα ν' είναι οι γονέοι σου μόνο με τη ευκή μου έλεγε ο πατέρας τσι, και ετρέχανε το μάθια ντου πια πολύ παρά τσι μάνας τσι. και βάνη και τα κλάμματα και η κοπελιά από συγκίνηση κα λέη.

- Ντα ίντα όξω βιάζεστε να με βγάλετε επόφαγα σας το ψωμί (κατρουλαμάτα και η νύφη. Λένε πως η κοπελιά άποντε θα γενηθή μοιάζη τσι πεθεράς).
- Όχι παιδί μου, έτσα είναι ο προορισμός του ανθρώπου μόνο φέρε να μας σε κεράσης για τα καλορίζικα.
Και η κοπελιά βάνη και κερνά τσι, για να τσι ευχηθούνε, και δίνουνε τα χέρια οι νέοι συμπεθέροι, και τσι βάλουνε και το σημάδη (ένα δαχτυλίδη από τσι πεθεράς τσι τα χρυσαφικά).
Και φέρνη η γρέ και το πετεινό που ήτανε απάνω στη ώρα έτοιμος και πίνουνε ένα κρασί, με διπλο-ευκιές απ' όλους στη καινούργια νύφη. Η αποστολή το προξενιτάδω ετελείωσε, και απο-πό και ύστερα άλλοι έχουνε το λόγο. Έπλησιάζε και τσι δυο τα μεσάνυχτα και έπρεπε να φύγουνε, γιατί ήτανε πολύς δρόμος μέχρι να επιστρέψουνε και να μεταφέρουνε το χαμπέρη.

Το μόνο που ξεκόνε τσι πόσες του μηνός θα γένη η αραβώνιαση για να ετοιμαστούνε και να σμήξουνε τα δύο μεγάλα σόγια, για να γλεντίσουνε την χαρά τους.

Μετά από μεγάλη προετοιμασία εγίνηκιε και ο γάμος, που ήτανε η μεγαλύτερη μάζωξη, που δεν τσι βάνε ο τόπος το κόσμο. Και το γλέντι με το μπαλωτίδι εβάστηξε τρεις μέρες.

Μετά εμπήκανε στο καλέμη και εδουλέψανε τίμια και αγάπη μένα σαν αντόηνο, εφέρανεστο κόσμο καλούς και γερούς απογόνους και εζήσανε και εχέρουντανε τη μεγάλη φαμελειά ντονε.

Που εγεμίσανε τα σοκάκια δικά ντονε κοπέλια και αργότερα, το χωριό εγγόνια.
- Η νύφη στα γέρα 'ντζι, έλεγε ιστορίες στα εγγόνια τζι, Και το χωράτεγιε κιόλας, ίντα είδενε σ' όλη τζι τη ζωή, και πολλές φορές αστειεβόμενη των έλεγε, πως εγίνηκιε το προξενιό 'τζι, Και πόσοι γαμπροί ακόμη εζητήξανε και τη μάνα τζι, σάμε νατή-νε δώσουνε. Που ο κακομοίρης ο παππούς τσι, μπορή να μη εγάτεχιε νε γράμματα μα έκοενε ο νους του καλιά από ένα γραματιζούμενο, Μια φορά λέη, του μηνούνε, με το σύντεκνό ντου και έρχιε-ται και του λέη. Να πάρης σύντεκνε. Μανώλη τη κοπελιά να βγής το δεκαπεντ' αύγουστο στα Λει-βάδιακαιθαν' είναι και ο τάδε μετογυιό ντου, και θέλη να δώσουνε γνώρα τα κοπέλια και να δη και ο γυιής τον άλλο, γιατί ενδιαφέρετε για τη κοπελιά να τηνε πάρη του γυιού ντου. Και του μηνά και ο κύρης τσι κοπελιάς. Πες του σύντεκνε όντε θα τόνε δής, πως ο καοάπης πάη και γυρέη το βουή, και όχι το βουή το κασάπη, και ανε τηνε θένε να τηνε δούνε, θα 'ρθούνε έπαέ στο σπίτι μου μέσα να τηνε δούνε (και εσκέφτηκιε μα δεν το 'πενε.
- Κι' αμέ τη κοπελιά μωρέ θα γυρίζω στα χωριά να γυ ρέω γαμπρό έεε).
- Και ακόμη πως ο παππούς τσι είχιενε λέη δύο κοπελιές, και εκάνανε πολλά προξενιά λέη τσι μάνας τσι, μα δεν τσι άρεσε κιανής γαμπρός, και τα προξενιά λέη η μάνα τζι, τα έλασε νε οπίσω προβέρνη από τη πόρτα η άλλη τσι αδερφή στο τελευταίο προξενιό που επήρενε τον πατέρα 'τζι, και εβάστανε ένα πετεινό από τα πόδια και τσι κάνη.
- Γιάε μωρή ετούτος σες ο πετεινός εαόμεινε ανέ μπής πάλι όχι μα το θέο αδε τόνε πάρω εγώ, ετούτονε το γαμπρό, μόνο ξάσου... και ότι θες κάμε... Μόνο όσοι είναι ερχόμενοι και σε ζητούνε, όλους τσι αλλάσης οπίσω και μας σε φάγανε όλους τσι πετεινούς και δεν μας σε πόμεινε κιανής πετεινός. Και λέη και αυτή το ναι και έτσα τόνε πήρενε... το πατέρα μου... καιησυχάσανε...
 
Μανώλης Κλάδος, 

Δεν υπάρχουν σχόλια: