Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

Οι ασβεστάδες και τ’ ασβεστοκάμινα [θρύλοι και παραδόσεις στον Μυλοπόταμο]

Η τεχνολογική πρόοδος που παρουσιάστηκε μεταπολεμικά και που συνεχίζεται ακάθεκτα στις μέρες μας, επηρέασε αποφασιστικά όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Επόμενο ήταν να αλλάξει και ο τρόπος παραγωγής όλων των ειδών που καλύπτουν τις ...
 
ανθρώπινες ανάγκες. Έτσι λοιπόν πολλά από τα επαγγέλματα χάθηκαν και δημιουργήθηκαν άλλα. Ένα από τα θύματα της αλλαγής αυτής ήταν και το ασβεστοκάμινο.

Καταγράφοντας λοιπόν τα επαγγέλματα που χάνονται, βρέθηκε στον Εξάντη, που είναι ένα από τα όμορφα χωριά του Μυλοποτάμου και που παλιά αρκετοί κάτοικοι ζούσαν αποκλειστικά από την παραγωγή του ασβέστη. 
Σε όλα σχεδόν τα χωριά του Νομού Ρεθύμνης έφτιαχναν καμίνι (Ρουμελή, Μελιδόνι, Αξός, Αγυιά κ.λπ.), για να καλύπτουν τις ανάγκες τους σε ασβέστη ή να χτίσουν καμιά εκκλησία, σχολείο ή άλλο κοινωφελές έργο.

Στον Εξάντη συνάντησα δυο συμπαθητικά γεροντάκια, τον Δημήτρη και τον Γιωργή Ψωμά, που με λεπτομέρεια μου διηγήθηκαν τα βάσανά τους γύρω από την κατασκευή και το ψήσιμο του ασβεστοκάμινου. Πρώτα γίνεται η επιλογή του χώρου όπου θα στηθεί το ασβεστοκάμινο. 
Έπρεπε να έχει κοντά τις κατάλληλες πέτρες από ασβεστόλιθο, αλλά και πολλούς θάμνους για το ψήσιμο του καμινιού. Στο γύρω μιας μεγάλης πεζούλας άνοιγαν ένα λάκκο βάθους 2 μέτρων και με διάμετρο περίπου 12 ποδάρια (12 φορές όσο είναι το μήκος του παπουτσιού). 
Ο χτίστης του καμινιού ήταν εξειδικευμένος γι’ αυτή τη δουλειά. Είχε και 3-4 βοηθούς που του κουβαλούσαν την ασβεστόπετρα. Έχτιζε έναν τοίχο εξωτερικό και έναν εσωτερικό, που η βάση του ήταν πάνω από ένα μέτρο. Ενδιάμεσα έβαζαν χώμα για θερμομόνωση. 
Όσο ανέβαινε στένευε και κατέληγε σε θόλο με μικρότερες πέτρες. 
Εδώ γινόταν το «φόρτωμα» του καμινιού. Σ
το ύψος του εδάφους έχτιζαν ένα παράθυρο θολωτό, για να ρίχνουν τα ξύλα, που το λέγανε πόρο του καμινιού. 
Ο μάστορας πρόσεχε πολύ στο χτίσιμο, γιατί ένα λάθος του μπορούσε να χαλάσει το καμίνι και όλοι οι κόποι τους να πήγαιναν χαμένοι.

Από μέρες βέβαια είχαν κόψει τα κλαδιά από αχινόποδα, αλαδανιά, ασπάλαθο, θυμάρια, ρίκια και τα έκαναν στρογγυλά δεμάτια και τα πέτρωναν με πολλές πέτρες, για να αποκτήσουν τα γύλα συνοχή και μικρότερο όγκο. Τα άφηναν αρκετές μέρες να ξεραθούν καλά και ωστόσο έχτιζαν το καμίνι. 
Ο αριθμός των δεματιών ήταν ανάλογος του μεγέθους του καμινιού. Για κάθε ποδάρι αναλογούσαν 100 δεμάτια ξύλα. Ένα καμίνι που είχε διάμετρο 15 ποδάρια ήθελε 1.500 δεμάτια ξύλα.

Αφού ήσαν όλα έτοιμα πια, ύστερα από μια σύντομη προσευχή «εις το όνομα του Χριστού και της Παναγίας» έδιναν φωτιά στο καμίνι. Άλλοι κουβαλούσαν τα δεμάτια μέχρι το καμίνι με ένα μακρύ ξύλο σαν κοντάρι, περίπου δυο μέτρα, μυτερό, που το λέγανε «τσίτα». 
Ξεπέτρωναν το δεμάτι που είχε αποκτήσει μεγάλη συνοχή, εκάρφωναν την τσίτα στη μέση και με μια κίνηση το δεμάτι βρισκόταν στην πλάτη του καμινιάρη.

Άλλοι βρισκόταν στον πόρο του καμινιού και παραλάμβαναν τα δεμάτια. Κρατούσαν ένα ξύλο, σα δυο μέτρα, που στην άκρη είχε στερεωμένη μια σιδερένια διχάλα. Μ’ αυτό έσπρωχναν τα ξύλα και τα ‘ριχναν από τον πόρο μέσα στο καμίνι. Το τάισμα του καμινιού έπρεπε να γίνεται κανονικά γιατί αν αυξανόταν η θερμοκρασία του πάνω από 2.000 βαθμούς Κελσίου, οι πέτρες θα γίνονταν γυαλί.
Το ψήσιμο του καμινιού κρατούσε γύρω στις 80 ώρες (4 εικοσιτετράωρα), ανάλογα με το μέγεθος του καμινιού. Ήταν ζόρικη δουλειά το τάισμα του καμινιού, γι’ αυτό άλλαζαν συχνά πόστο, γιατί η ζέστη ήταν αφόρητη. Ακόμα χρειαζόταν συντονισμός για να βρίσκονται ξύλα έξω από το καμίνι συνέχεια.
 Κατά το τέταρτο εικοσιτετράωρο του ψησίματος ο καπνός του καμινιού άλλαζε χρώμα, έβγαζε μπλε φωτιά, σημάδι ότι τελείωναν τα βάσανα. Αν πετούσαν μια πέτρα μέσα στο βάθος του καμινιού και κολλούσε, ήταν ψημένο. 
Ακόμα παρατηρούσαν ότι το καμίνι «κάθιζε». Μετά έκλειναν τον πόρο με πέτρες και χώματα για να μην χάνει θερμοκρασία και το άφηναν να κρυώσει.

Ύστερα από αρκετές μέρες (20-25 μέρες) έπαιρναν τον ασβέστη αρχίζοντας από πάνω (από το θόλο). Τον έβαζαν σε τσουβάλια ή κοφίνια, τον φόρτωναν στα γαϊδουράκια και τον πουλούσαν στα χωριά ή τις πόλεις. 
Αν τον ήθελαν για δική τους χρήση έπαιρνε ο καθένας το μερίδιό του 8-10 τόνους ασβέστη αναλόγως. Η δουλειά του ασβεστά ήταν από τις πιο δύσκολες.
 Εκεί έμεναν, εκεί μαγείρευαν και μόνο αν το καμίνι ήταν κοντά στο χωριό τους πήγαιναν για φαγητό και κυρίως δροσερό νερό!

Οι κάτοικοι του Εξάντη δεν είχαν άλλο τρόπο για να επιβιώσουν, γι’ αυτό έφτιαχναν ακόμα και τεράστια ασβεστοκάμινα κοντά στη θάλασσα, στην περιοχή του Μπαλί. 
Από εκεί κουβαλούσαν τον ασβέστη με γαϊδουράκια στο λιμάνι του Μπαλί, όπου τον φόρτωναν σε ιστιοφόρα καράβια, τον πήγαιναν στο Ηράκλειο και τον πουλούσαν,. Πέτρινα χρόνια, γεμάτα σκληρές αναμνήσεις σ’ εκείνους που κρατιούνται ακόμα στη ζωή. Παρ’ όλα αυτά, ο λαός τραγούδησε και ένωσε τα συναισθήματά του με το ασβεστοκάμινο:

«Μέσα στ’ ασβεστοκάμινο να ρίξουν το κορμί μου δεν σ’ απαρνιούμαι κοπελιά αν δεν γενείς δική μου».«Ένα ασβεστοκάμινο θα χτίσω στο Μαλάνο (τοπωνύμιο)να κάνω μια ζεστή φωτιά εσένα για να βάλω».
Για να χρησιμοποιήσουν τον ασβέστη πρέπει πρώτα να τον σβήσουν.
 
 Όπως είναι οι πέτρες ψημένες, τον βάζουν σιγά σιγά μέσα σε μια μεγάλη βαρέλα όπου του ρίχνουν αρκετό νερό, ενώ συγχρόνως τον ανακατεύουν. 
Τότε αναπτύσσονται πολύ υψηλές θερμοκρασίες και χρειάζεται μεγάλη προσοχή, διότι όπως λιώνει ο ασβέστης χοχλάζει και αναπηδά και όσοι είναι κοντά κινδυνεύουν από εγκαύματα. Παράλληλα, βγαίνουν πυκνοί υδρατμοί που είναι κι αυτοί εξίσου επικίνδυνοι σε ζώα, ανθρώπους ακόμα και σε δέντρα. 
Όταν χρειάζονται αρκετές ποσότητες ασβέστη (οικοδόμοι), ανοίγουν ένα μεγάλο λάκκο όπου ρίχνουν το διαλυμένο ασβέστη, που τρέχει μέσα σαν ένας κατάλευκος πολτός. Ο λάκκος αυτός λέγεται ασβεστόλακκος, τον οποίο περιφράζουν για να αποφύγουν ατυχήματα.

Η επιστημονική ονομασία του ασβέστη είναι οξείδιο του ασβεστίου, ενώ του σβησμένου είναι υδροξείδιο του ασβεστίου. Όταν ο ασβέστης ψηθεί με άργιλο και διοξείδιο του πυριτίου, μας δίνει το γνωστό τσιμέντο, που μαζί με άμμο δίνει το μπετόν και με σίδερο το μπετόν αρμέ.

Η παρασκευή του ασβέστη ήταν γνωστή κατά τους Βυζαντινούς και πρώτους Χριστιανικούς χρόνους κι αυτό φαίνεται από τους Βυζαντινούς ναούς που σώζονται ως τις μέρες μας. 
Ο ασβέστης σαν πρώτη ύλη μαζί με σαντορινιό χώμα και πέτρες έπαιξε σπουδαιότατο ρόλο στην ανάπτυξη της αρχιτεκτονικής κατασκευής όλων των κτισμάτων που σήμερα καμαρώνουμε και που εκφράζουν τον λαϊκό μας πολιτισμό. Εκατοντάδες δημόσια κτίρια, εκκλησίες, νερόμυλοι, σχολεία, υδραγωγεία και άλλα μνημεία νερού, ακόμα φρούρια και λιμάνια κοσμούν με την παρουσία τους το νομό μας και την υπόλοιπη Ελλάδα.

Ο ασβέστης όμως είναι και θέμα υγείας, απολυμαντικό στη γεωργία, είναι καθαριότητα, αρχοντιά και ομορφιά.
 Τα χρόνια που υπήρχαν γειτονιές με σπίτια χαμηλά και πεζούλια, οι άνθρωποι φρόντιζαν την καθαριότητα ρίχνοντας αρκετό ασβέστη. 
Μύριζε ο τόπος ασβέστη. Ιδίως σε μεγάλες γιορτές (Χριστούγεννα, Πάσχα, της Παναγίας), όλα έλαμπαν και οι ασβεστάδες έκαναν χρυσές δουλειές.

Σήμερα τα νησιά μας διατηρούν τα λευκά τους, χάρις στον ασβέστη που ρίχνουν αφειδώς στα σπίτια, στους δρόμους, στους κορμούς των δέντρων, παντού.
 Πόλεις και χωριά της Ελλάδας έχουν πάρει το όνομά τους από τον ασβέστη όπως: Ασβεστοχώρι Θεσ/νίκης, το Ασβεστοχώρι Ιωαννίνων, η Ασβεστόπετρα του Ν. Κοζάνης, το Ασβεστωτό Γαύδου, αλλά και επώνυμα οικογενειών φέρουν το όνομά του όπως: Ασβεστάς, Ασβεστόπουλος, Ασβεσταδέλης κ.ά.

Σήμερα η διαδικασία της ασβεστοποίησης έχει αλλάξει. 
Γίνεται σε ειδικούς χώρους μόνιμους με οργανωμένα εργοτάξια, η μεταφορά του πολτού γίνεται με ειδικά αυτοκίνητα και σάκους, καθώς και το σβήσιμό του γίνεται πιο ακίνδυνα. 
Σήμερα τα ασβεστοκάμινα έχουν περάσει στην ιστορία, όπως και πολλά άλλα.
 Οι περισσότεροι ασβεστάδες έχουν πεθάνει. Τα καμίνια χάσκουν προς τον ουρανό, γκρεμισμένα, χορταριασμένα, γεμάτα κλαδιά θυμίζουν στον περαστικό μια παλιά εποχή, θυμίζουν τους συμπαθητικούς ασβεστάδες με τα σιδερένια μπράτσα, την αντοχή, την υπομονή και τη θέληση για δουλειά, για ένα καλύτερο μέλλον.
 
* Του Αντώνη Δαφέρμου, σ. Δασκάλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: