Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Mονή Tιμίου Προδρόμου Aτάλης – Mπαλί [Μοναστήρια Μυλοποτάμου]

Η Μονή του Αγίου Ιωάννη στο Μπαλί βρίσκεται σε μια περιοχή γεμάτη με μοναστικές και ασκητικές μνήμες, κοντά στον ομώνυμο όρμο και σημερινό παραθαλάσσιο και παραθεριστικό οικισμό. Τα τοπωνύμια στη γύρω περιοχή, αλλά και τα ερείπια παλιών μικρών μοναστηριών δίνουν την ...

εικόνα ενός ιερού τόπου με ιδιαίτερη λατρευτική σημασία, όπου άνθισε ο μοναχισμός. 
Η γεωγραφική διαμόρφωση του χώρου πρόσφερε τις καλύτερες δυνατές συνθήκες για την ανάπτυξη μοναστηριών και ερημητηρίων, σε εποχές τουλάχιστον που δεν βρίσκονταν σε έξαρση, οι πειρατικές επιδρομές. Ήταν έρημος, ακατοίκητος και μακριά από κατοικημένες περιοχές. 
Η φυσιογνωμία αυτή του τόπου έχει αλλάξει εντελώς σήμερα, ύστερα από τη διάνοιξη της νέας εθνικής οδού. στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Πριν από τη διάνοιξη της εθνικής οδού, οι επισκέπτες που έφταναν μέχρι την γραφική και έρημη περιοχή της Αττάλης ήταν ελάχιστοι.

Σύμφωνα με το τοπωνυμικό αρχείο του Ιστορικού Μουσείου Κρήτης στο Ηράκλειο, ιεροί χώροι γύρω από τη Μονή ήταν οι περιοχές:
Α) Τρεις Εκκλησίες. Βρίσκεται σε γκρεμώδη περιοχή στη Βλυχάδα Μυλοποτάμου. Στο σχετικό δελτίο, που συντάχτηκε το 1953 από τη δασκάλα Αφροδίτη Παρασχάκη, αναφέρεται ότι ήταν "αρχαίο κατοικήσιμο μέρος το οποίον έπαθε καθίζηση". Η τοπική παράδοση διασώζει ακόμη και σήμερα την ανάμνηση ασκητών στην περιοχή.
Β) Άγιος Νικόλας, εξωκλήσι στη Βλυχάδα: "Όλος ο εσωτερικός χώρος παρουσιάζει αρχαία τοιχογραφία, Γύρωθεν ευρίσκονται ερείπια αποδεικνύοντα ότι υπήρχε μονή."
Γ) Καλογερακιανά, στον οικισμό Εξάντη Μυλοποτάμου. "Τόπος μάλλον ανώμαλος. Διακρίνονται ερείπια οικιών και άλλων κτισμάτων". Σήμερα διασώζεται παράδοση που αναφέρει ότι πρόκειται περί περιοχής που είχε μόνιμους κατοίκους παλαιότερα, μάλλον καλόγερους.
Δ) Στα Κελλιά (Εξάντης). "Μοναστήρι ερειπωμένο σε βουνοπλαγιά". To τοπωνύμιο είναι ενδεικτικό υπάρξεως λησμονημένης μονής.
Ε) Παναγία Χάρακα. Στο Μπαλή : "Ευρίσκονται ερείπια μονής. " Πρόκειται για το γνωστό μοναστηριακό εξάρτημα της Μονής Αττάλης στο Μπαλί. Εκεί διέμενε μοναχός - επιστάτης κατά τα χρόνια της ακμής του μοναστηριού. Δεν αποκλείεται, όμως, να λειτουργούσε και εκεί μικρή μονή, όπως συνέβαινε στις περισσότερες περιπτώσεις μικρών μοναστηριών της Κρήτης που για διάφορους λόγους απώλεσαν την ανεξαρτησία τους. Σ' αυτό το συμπέρασμα οδηγεί και το ότι η Παναγία του Χάρακα είχε δική της περιοχή και αξιόλογη περιουσία. Στη δυτική πλευρά του ναού σώζεται το οικόσημο των Καλλεργών, πράγμα που δηλώνει ότι ανήκε στο φέουδο της ιστορικής αυτής οικογένειας, όπως συμβαίνει και με τους μοναστηριακούς ναούς της Αγίας Μαρίνας κοντά στη Χαλέπα και των Αγίων Πατέρων στις
ΣΤ) Άγιος Γεώργιος στα Αγγελιανά
Παλαιό μοναστήρι, που μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα ανήκε στη Μονή Προδρόμου του Μπαλή. Είχε δική του περιουσία και γύρω από το ναό σώθηκαν ερείπια κελλιών. Η τοπική παράδοση διέσωσε την πληροφορία ότι εκεί λειτουργούσε μονή. (Πληροφορία από Μ. Νύκταρη, Αγγελιανά) Στο τοπωνυμικό Αρχείο Ιστορικού Μουσείου Κρήτης αναφέρεται ως "Μονή Άγίου Αντωνίου - εκκλησία Αγίου Αντωνίου παλαιά".

ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ
Η ονομασία του λόφου στον οποίο είναι χτισμένη η Μονή του Προδρόμου απηχεί μιαν άγνωστη θρησκευτική ιστορία της περιοχής. Λέγεται Λόφος της Αγίας Υπακοής, ή Αγιά Απακουή. Προφανώς υπήρχε εκεί ναός της Παναγίας της Γοργοεπηκόου (Ν. Τωμαδάκης:«Εκκλησιαστικά Τοπωνύμια»). 
Ο λόφος απέναναντι από το λόφο της Αγίας Υπακοής ονομάζεται "Λόφος του Παχούμη", παραπέμποντας έτσι στο μοναστικό όνομα Παχούμιος, γνωστό άλλωστε στην περιοχή από επιγραφικές μαρτυρίες. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση στην περιοχή έφρασε ως ασκητής ο Παχούμιος, που ζούσε σε σπήλαια της περιοχής μαζί με ομάδα άλλων ασκητών. Λέγεται, μάλιστα, ότι ο Παχούμιος και, οι συνασκητές του ίδρυσαν τη Μονή του Προδρόμου.

Στον λόφο του Παχούμη υπάρχει ο "σπήλιος του Ασκητή". Τα τοπωνύμια όμως, δεν είναι τυχαίες ονομασίες αλλά απηχούν λησμονημένα ή αμαρτύρητα γεγονότα. Είναι ''επιγραφαί γεγλυμέναι επί του εδάφους", σύμφωνα με τη γνώμη του καθηγητή Αντωνίου Μηλιαράκη. 
Ποιος είναι ο ασκητής που διέμενε στο λόφο του Μπαχούμη; Ήταν μόνος, ή πρόκειται απλώς για έναν κρίκο της παλαιότερης ιστορίας του τόπου; Στα ερωτήματα αυτά δεν θα υπάρξει ποτέ απάντηση. Μόνον ο συσχετισμός με άλλα τοπωνύμια και παραδόσεις της περιοχής μπορούν να οδηγήσουν σε κάποια συμπεράσματα σχετικά με τη μοναστική και την ασκητική ιστορία της βόρειας ακτής του Μυλοποτάμου.
Σύμφωνα με τον P. Faure (Eglises Cretoises sous roche) στο κοντινό χωριό Σίσες υπήρχε παλαιότερα σπηλαιώδης ναός του Αγίου Ονουφρίου.162 Η καθιέρωση του ναού στο όνομα του ασκητή Οσίου Ονουφρίου δεν είναι τυχαία. Και η παράδοση συνηγορεί υπέρ αυτής της άποψης. Διασώζει τη μνήμη ασκητή που έδρασε στην περιοχή.

17ος αιώνας
Η Μονή του Προδρόμου υπήρχε από τα χρόνια της ενετικής κατοχής, αλλά δεν είναι γνωστό το πότε και από ποιόν ιδρύθηκε. Έχει υποστηριχτεί ότι η ίδρυσή της πρέπει να τοποθετηθεί στα μέσα του 17ου αιώνα, λίγο πριν από την τουρκική κατάκτηση, τότε που οικοδομήθηκε το εντυπωσιακό φρουριακό συγκρότημα της. Η νεώτερη έρευνα, όμως, αποδεικνύει ότι το μοναστήρι υπήρχε από παλαιότερα. Oρισμένα σπαράγματα τοιχογραφιών του καθολικού ανήκουν στον 14ο αιώνα. 
 Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για τη Μονή προέρχεται από νοταριακό έγγραφο του 1628. Ο ευγενής κρητικός Μάρκος Σοφιανός ενοικίασε τις περιουσίες και τα δικαιώματα του σε χωριά του Μυλοποτάμου, στον Νικολό Αχέλη. 
Μοναδική εξαίρεση από την ενοικίαση αυτή αποτελούσαν τα δικαιώματά του στο Μοναστήρι "του Αγίου Γιάννη του Αττάλη", τα οποία προφανώς ο Σοφιανός δεν εισέπραττε(Γιάννη Γρυντάκη:«Πάντιμος»).

To νοταριακό έγγραφο δεν περιέχει καμιά άλλη πληροφορία. Η αναφορά, όμως, είναι πολύτιμη, γιατί τώρα γνωρίζουμε ότι υπήρχε αδελφότητα στη μονή όταν άρχισε η ανοικοδόμησή της. Αλλά και το ίδιο το κτιριακό συγκρότημα παρέχει σημαντικές ενδείξεις για την κατάσταση της μονής στα μέσα του 17ου αιώνα. Η μοναστική κοινότητα φρόντισε να οικοδομηθεί ένα κτήριο το οποίο να ανταποκρίνεται πλήρως στις ανάγκες της, με ελαιοτριβείο, εργαστήριο κεραμικής και άλλα. 
Η οργάνωση αυτή απαντάται μόνο σε μεγάλα μοναστήρια της Κρήτης τα οποία κατά κανόνα χτίστηκαν το 17o αιώνα. Στα μικρότερα η αδελφότητα φρόντιζε κυρίως για την οικοδόμηση των απαραιτήτων κτισμάτων που θα εξασφάλιζαν τη στέγαση τους. Και θα πρέπει να γίνει αυτός ο διαχωρισμός, γιατί κατά την εποχή εκείνη υπήρχαν στην Κρήτη εκατοντάδες μικρά μοναστήρια, πολλά από τα οποία ήταν ευκαιριακά και διέμεναν σ' αυτά όχι μόνον οι μοναχοί που ήταν αφοσιωμένοι στα θρησκευτικά τους καθήκοντα, αλλά και εκείνοι που ήθελαν να αποφύγουν τις υποχρεώσεις (αγγαρείες) απέναντι στο ενετικό κράτος.

Πριν από το 1630 η Μονή Προδρόμου ήταν ένα μικρό μοναστήρι, αλλά με τη βασική εκείνη οργάνωση που επέτρεψε τελικά την ανοικοδόμηση ενός εντυπωσιακού και λειτουργικά σχεδιασμένου κτιριακού συνόλου. Προφανώς ο χώρος που κατελάμβανε ήταν μικρότερος και δεν υπήρχε η βασική οχυρωματική μορφή που επιβάλλει η μοναστηριακή αρχιτεκτονική. 
Ήταν η εποχή εκείνη που, λόγω των πειρατικών επιδρομών και του διαγραφομένου τουρκικού κινδύνου, οι ενετικές αρχές ευνοούσαν την κατασκευή μικρών οχυρωματικών έργων. Και η μονή βρίσκεται σε περιοχή με στρατηγική σημασία κοντά στον όρμο της Αττάλης. 
Δυστυχώς η παντελής έλλειψη πληροφοριών από παλαιότερες εποχές δεν μας επιτρέπει να γνωρίζουμε αν συγκαταλέγεται ανάμεσα στα μοναστήρια που ιδρύθηκαν μετά τα μέσα του 16ου αιώνα, τότε που οι Ενετοί ακολούθησαν μια πιο ελαστική πολιτική, παραχωρώντας θρησκευτικές ελευθερίες στους υπόδουλους Κρήτες ή ανάμεσα σε κείνα που υπήρχαν από παλαιότερα. Η θέση της μονής, πάντως, σε σχεδόν παραλιακή περιοχή, δεν ευνοούσε την ίδρυση μεγάλων μοναστικών κέντρων κατά το 16o αιώνα, την περίοδο έξαρσης των πειρατικών επιδρομών.

Η παλαιότερη χρονολογία που συναντάμε στο μοναστήρι είναι εκείνη του κεντρικού πυλωνα:
ΑΧΛΕ(1635). ΑΡΧΗ ΣΟΦΙΑΣ ΦΟΒΟΣ ΚΥΡΙΟΥ.
ΜΝΗΣΘΙΤΙ ΚΥΡΙΕ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΣΟΥ ΠΑΧΩΜΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ

To 1635, λοιπόν, οικοδομήθηκε η κεντρική πύλη για να ακολουθήσει η κατασκευή κτηρίων μέσα στο μοναστηριακό περίβολο. Σε οκτώσχημο παράθυρο διαβάζουμε τη χρονολογία ΑΧΛΗ, δηλαδή 1638. Δεν υπάρχει καμιά άλλη μαρτυρία από την προ της Τουρκοκρατίας περίοδο. 
Μέχρι το 1646, όμως, που αλώθηκε η περιοχή από τους Τούρκους, η κτιριακή υποδομή είχε ολοκληρωθεί. Είχε, δηλαδή, επεκταθεί ο μικρός ναός του Προδρόμου, είχαν ολοκληρωθεί κελλιά που, κατά τον Θανάση Παλιούρα, μπορούσαν να στεγάσουν 10 - 20 μοναχούς και είχαν κατασκευαστεί οι κοινόχρηστοι χώροι. Μια ένδειξη γι' αυτό αποτελεί η τοιχογραφία που βρίσκεται μέσα στην τράπεζα, έργο, όπως υπολογίζεται, των αρχών του 17ου αιώνα. 
Πρόκειται για μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις εικονογραφημένων μοναστηριακών τραπεζών. Δεν γνωρίζουμε όμως αν πρόκειται για πρώτη ή δεύτερη οικοδόμηση, αν και άλλοι θεωρούν τις τοιχογραφίες αυτές ακόμη και σύγχρονες των τοιχογραφιών του ναού.Κατά την άποψη του Μιχ. Παπαδάκη η τοιχογράφηση του καθολικού έγινε το 1640.

ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ.

Δεν είναι γνωστές οι άμεσες συνέπειες της τουρκικής κατάκτησης στη μονή. Η κατάληψη της περιοχής έγινε στα τέλη του 1646. Καμιά, όμως, γνωστή σήμερα πηγή δεν αναφέρεται στη Μονή του Προδρόμου. 
Ο ποιητής του Κρητικού Πολέμου Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής αναφέρει πως ο όρμος της Αττάλης έγινε πολλές φορές πεδίο πολεμικών επιχειρήσεων. Λόγω της πολυετούς πολιορκίας του Χάνδακα τα παράλια του Μυλοποτάμου είχαν εξαιρετική στρατηγική σημασία και ο έλεγχος τους αποτελούσε κύριο μέλημα των εμπολέμων. Οι επιτηρήσεις των Τούρκων ήταν πολύ αυστηρές, όταν ολοκλήρωσαν την κατάληψη της κρητικής υπαίθρου.
...Βλέπησι πλήσιαν έβαλε
σ’ ούλο τό περιγιάλι
κι άρχισεν από τά Φρασκιά
κι επήγε ώς τα’ Ατάλι.
πλεούμενο νά μην μπορεί
εκεί γιά νά σιμώσει
χωριάτης να μην κατεβεί,
βρώσι να των εδώσει..
(Μπουνιαλή:«Κρητικός Πόλεμος» σελ.305)
Και σε άλλο σημείο:
...Στ' Άτάλι σταματήσανε,
ογιά νά καρτερούσι
νά φτάξουν τά μαλτέζικα
στον πόλεμο να μπούσι
κι ωσάν εσμίξασιν εκεί
έξαφνα τσί πλακώσα,
τότες στό Μυλοπόταμο
και πόλεμον εδώσα
(Μπουνιαλή:«Κρητικός Πόλεμος» σελ.379)
…Δώδεκα ήτο μπέηδες,
κάτεργα δυναμώνου
κ' εβγήκασι κ' εκάμνασι
και προς τ' Ατάλι σώνου
και τα εφτά τα κάτεργα
απού 'μελλε να πιάσου,
και τσ' άρχοντες και το λαό
να εμπουν να χαλάσου…..
(Μπουνιαλή:«Κρητικός Πόλεμος» σελ.563)

Θα πρέπει, λοιπόν, να θεωρείται απίθανο το να μην συνέβησαν καταστροφές ή λεηλασίες κατά το διάστημα 1646 - 1669 στη Moνή του Προδρόμου. Η τουρκική δραστηριότητα ήταν έντονη και συνήθως οι στρατιώτες χρησιμοποιούσαν τα ερημικά μοναστήρια ως τόπο στρατοπέδευσης η ως φυλάκια τους.
 Ο Στέργιος Μανουράς, σε άρθρο του, το 1984, στον «Προμηθεύς Πυρφόρο» με τίτλο:«Η νέα ανακαίνιση της Μονής Μπαλί», κάνει λόγο για καταστροφές που προκλήθηκαν στα τέλη του 1646 - αρχές του 1647, εκτιμώντας ότι οι ζημιές αποκαταστάθηκαν γρήγορα, όπως δείχνει επιγραφή του 1692.

ΦΥΓΗ ΣΤΗ ΣΙΦΝΟ(μεταξύ 1646-1669)

Η Παναγιά του Μπαλή στη Σίφνο
Ο Παύλος Βλαστός κετέγραψε το 1893, στο χωριό Αρτέμωνας της Σίφνου μια παράδοση του νησιού σύμφωνα με την οποία η εικόνα της Θεοτόκου με το όνομα «Παναγία του Μπαλή» έχει μεταφερθεί εκεί από την Κρήτη και μάλιστα από καλόγερους της Μονής Μπαλί, κατά την εποχή που οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κρήτη. "Παναγία του Μπαλή", ονομάζεται κα ο ναός των Εισοδίων στον οποίο ανήκει.
Την παράδοση μετέφερε ο Βλαστός «κατά διήγησιν» γυναίκας που ονομάζονταν Φλώρα Ηλία Βλατάκη, καταγομένης εκ Σίφνου το 1893 :

" Εκ παραδόσεως των κατοίκων είναι γνωστόν οτι η εικών αύτη της Παναγίας του Μπαλή ήτο κτήμα της ομωνύμου αυτής μονής της εv τη παραλία Μυλοποτάμου κείμενης, Μονή του Μπαλή και σήμερον λεγομένης και ο λιμενίσκος του Μπαλή εν Κρήτη. 
Ότι ήλθεν εις Σύφνον φαίνεται κατά την άλωσιν της Κρήτης μετά τι νων καλογήρων αναχωρησάντων εκ της νήσου ένεκεν των κατα στροφών και ερημώσεων των Τούρκων κατακτητών και παραλαβόντων μεθ' εαυτών την Ιεράν ταύτην εικόνα μετ' άλλων ιερών σκευών της εν Μπαλή της Κρήτης ιερας μονής, έκτοτε δε διαμένει εν τω ανακαινισθέντι εν Σύφνω ναώ τη σννδρομή των ορθοδόξων ευσεβών κατοίκων της νήσου, θεραπεύουσα τους πιστώς αυτήν προσερχομένους και δεομένους ευλαβών την χάριν της Θεομήτορος. 
Eι και φέρει δε ο ιερός ναός ούτος του χωρίου Αρτέμωνος το όνομα της εικόνος "η Παναγία του Μπαλή", δεν διαμένει ποτέ η εικών εν τω ναώ, ειμή την ημέραν της μνήμης αυτής, ήτοι την εορτήν των Eισoδίων. 
Ευλαβείας ένεκεν και θρησκευτικού ζήλου έκαστος των κατοίκων του Αρτέμωνος την παραλαμβάνει εν τη οικία του και την έχει εν ιδιαιτέρω καθαρώς ευπρεπισμένω δωματίω ως εικονοστάσιον, ανάπτων ακoíμητoν κανδύλαν, είναι δε και πας τις ελεύθερος να εισέλθη εις τον οίκον τούτον να προσκυνήση και προσφέρη αυτή τα άφιερώματά του, άτινα αποστέλλονται κατόπιν υπό του ιδιοκτήτου της οικίας εις τον ναόν αυτής»
Οι Κρητικοί που εγκατέλειπαν το νησί, με την εισβολή των Τούρκων, το 1646, πήγαιναν κυρίως σε ενετικές κτήσεις ή σε περιοχές τουρκοκρατούμενες όχι όμως με δυσβάκτατες συνθήκες. Στην τουρκοκρατούμενη Σίφνο είχαν παραχωρηθεί αρκετά προνόμια, οπότε θα μπορούσαν να πάνε εκεί Κρητικοί. 

Σε πολλές περιπτώσεις Κρητικοί φεύγοντας από την Κρήτη έπαιρναν μαζί τους εικόνες από τα μοναστήρια τους και τις εκκλησίες τους, δίνοντάς τους χαρακτηριστικά ομφάλιου λώρου με τη γενέθλια γη. 

Η σύγχρονη έρευνα απέδειξε ότι αρκετές οικογένειες της Σίφνου έχουν κρητική καταγωγή και πολλά εικονίσματα έχουν κρητική προέλευση, όπως ο Άγιος Δημήτριος του Εμμ. Σκορδίλη, στην Αγία Αικατερίνη του Κάστρου. Σύμφωνα με την παράδοση τη μονή Αττάλης ίδρυσε ή ανακαίνισε ένας Μπαλής(το επίθετο έχει σχέση πιθανόν με τον χορό μπάλο ή με αξιωματούχο). Το επίθετο Μπαλής υπήρχε στην Κωνσταντινούπολη, είναι όμως και διάσπαρτο σε πολλά νησιά του Αιγαίου. 
Οπότε δε θα ήταν καθόλου παράξενο η Παναγιά του Μπαλή στη Σίφνο και η μονή Αττάλης του Μπαλή να ιδρύθηκαν ή ανακαινίστηκαν από ένα Μπαλή νησιώτη ή Κωνσταντινουπολίτη. Ο Richard Pococke που περιηγήθηκε στην Κρήτη το 1739, έφτασε στα ορεινά του Μυλοποτάμου στις 25 Αυγούστου. Περιγράφοντας την περιοχή σημειώνει ότι «προς τα δυτικά είναι τα βουνά τα οποία ονομάζονται από ένα μικρό μοναστήρι Μπαλ Μοναστήρι». Είναι η πρώτη γνωστή αναφορά της ονομασίας Μπαλή ή Μπαλί. Δεν είναι καθόλου απίθανο η ονομασία Μπαλή να υπήρχε και πάνω από έναν αιώνα πριν την άλωση της Κρήτης από τους Τούρκους. Όσον αφορά την προέλευση της ονομασίας Μπαλί έχουν εκφραστεί δύο απόψεις. 
Η μια υποστηρίζει ότι προέρχεται από την τουρκική λέξη μπαλί, που θα πει μέλι και η άλλη ότι Μπαλής ήταν ο κτήτορας ή ο ανακαινιστής της μονής στην περιοχή.

Είναι σίγουρο ότι κάποια στιγμή το Μπαλή του Μυλοποτάμου, επί τουρκοκρατίας καταγράφηκε ως Μπαλί, αφού έβγαζε έτσι κι’ αλλιώς μεγάλη ποσότητα και πολύ καλή ποιότητα μελιού. Από αρσενικό έγινε ουδέτερο και από επίθετο εσήμαινε πλέον μέλι. Πάντως σε πάρα πολλά έγγραφα το συναντάμε ως Μπαλή ή Βαλή και μάλιστα στη γενική άρα κλιτό, αρσενικό, μέχρι που καθιερώθηκε οριστικά το Μπαλί. 
Γεγονός είναι ότι ακόμα και σήμερα υπάρχει το οικογενειακό επίθετο του Βαλή στη Σίφνο. 
Καθόλου παράξενο η παράδοση να ισχύει και αντίστροφα, δηλαδή εκδιωγμένοι Βαλήδες από τη Σίφνο να κατέληξαν στο Μυλοπόταμο και να ίδρυσαν εκεί τη μονή του Προδρόμου του Βαλή και επί του Ενετικότερου του Μπαλή.
Στο παραπάνω κείμενο του Βλαστού φαίνεται ότι οι κάτοικοι της Σίφνου γνώριζαν τη μονή του Μπαλή το 19ο αι. , αν και το πιο πιθανό είναι και η δική τους μονή να δημιουργήθηκε ή ανακαινίσθηκε από κάποιον Μπαλή της Κωνσταντινούπολης ή άλλου νησιού. 
Το επώνυμο Μπαλής είναι κοινό στα νησιά του Αιγαίου, και ιδιαίτερα στις Κυκλάδες. Είναι σίγουρο ότι το 1854 την Παναγία της Σίφνου ανακαίνισε κάποιος Μπαλής από την Κωνσταντινούπολη. 
Όμως ο Μπαλής αυτός ανακαίνισε το ναό για συναισθηματικούς λόγους γιατί ο ναός ονομάζονταν ήδη «του Μπαλή». Γι’ αυτό στην παράδοση που αναφέρεται η γυναίκα της Σίφνου δεν αναφέρει καθόλου την ανακαίνιση της εκκλησίας από τον Μπαλή, αφού η εκκλησία ονομάζονταν ήδη του Μπαλή.

Η εικόνα της "Παναγίας Μπαλή" τιμάται ιδιαίτερα ακόμη και σήμε­ρα. Είναι χαρακτηριστικό το σιφνιακό τραγούδι που παρακαλεί την Παναγία να χαρίσει στον τόπο την πολύτιμη (για όλα τα νησιά του Αιγαίου) βροχή:
Παναγία του Μπαλή
κάνε μια καλή βροχή
να βραχούν τ' αμπέλια μας
και τα περιβόλια μας κ.λ.π.
( Θ. Φιλιππάκη, Τοπωνύμια Σίφνου, σελ. 205).
Πολλά στοιχεία συνηγορούν, στη μεταφορά της Παναγίας του Μπαλή στη Σίφνο από καλόγερους της μονής Προδρόμου στο Μπαλί Μυλοποτάμου κατά το διάστημα 1646-1669.
(Κύρια πηγή:"τα Μοναστήρια και Ερημητήρια" του Νίκου Ψιλάκη)

ΜΕΤΑ TO 1669
Η πολυετής πολιορκία του Χάνδακα και η εξέλιξη των επιχειρήσεων, προσέδωσε στρατηγική σημασία στον όρμο του Μπαλί, γεγονός που επέφερε σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία της μονής. Λίγα χρόνια μετά την πτώση του Χάνδακα το 1669, έγιναν στη μονή οικοδομικές εργασίες, η έκταση των οποίων δεν είναι γνωστή σήμερα.
Η πρώτη μετά την άλωση χρονολογία που συναντάμε στο κτιριακό συγκρότημα είναι του 1692 και βρίσκεται πάνω από την πύλη που οδηγεί από τα κελλιά στο καθολικό. Λογικά θα πρέπει το τμήμα αυτό να είχε οικοδομηθεί πριν από την άλωση. Ο Θ. Παλιούρας υποθέτει ότι η πέτρα πάνω στην οποία είναι χαραγμένη η χρονολογία 1692, τοποθετήθηκε εκεί σε δεύτερη χρήση. Και είναι πολύ πιθανόν, αφού, κατά τα φαινόμενα, πρόκειται για επισκευαστικές εργασίες που χρειάστηκε να γίνουν μετά την τουρκική προέλαση.
Πληροφορίες για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η μονή εκείνη την περίοδο δεν είναι σήμερα γνωστές. To ιστορικό κενό που παρατηρείται είναι πολύ μεγάλο και καλύπτει το πρώτο μισό του 18o αιώνα. Η σύντομη αναφορά του Pococke, αποτελεί στοιχείο που αποδεικνύει απλώς τη λειτουργία της.

Οι πληροφορίες αρχίζουν να πυκνώνουν κάπως μετά το 1761, περίοδο κατά την οποία παρατηρήθηκε έντονη δραστηριότητα στο μοναστήρι. Τότε χτίστηκε η καλαίσθητη κρήνη της μονής και αφιερώθηκαν εικόνες, βιβλία και ιερά σκεύη. Η χρονολογία 1761 βρίσκεται στην εικόνα "Επί Σοι Χαίρει":
Μνήσθητί Κύριε του δούλου σου Γερβασίου ιερομονάχου, 1761. Χείρ Εμμανουήλ
Στην εικόνα "To γενέθλιον του Τιμίου Προδρόμου" υπάρχει η χρονολογία 1763:
Μνήσθητι Κύριε του δούλου σου Εμμανουήλ 1763. Χείρ Εμμανουήλ.
(Θανάση Παλιούρα:«To Μοναστήρι του Προδρόμου στο Μπαλί», Πεπραγμένα E' Κρητολογικού Συνεδρίου, 1985)

Ο Γερβάσιος της πρώτης επιγραφής πρέπει να ήταν δραστήριος άνθρωπος και να είχε έναν βασικό ρόλο στη διοίκηση του μοναστηριού, χωρίς να φαίνεται να είχε διατελέσει ηγούμενος. Είναι εκείνος που αφιέρωσε το 1784 στη μονή έναν περίτεχνο σταυρό αγιασμού και το 1795 ένα αργυρόδετο Ευαγγέλιο, Βενετικής έκδοσης.

Στον σταυρό υπάρχει η επιγραφή:
ΜΝΗΣΘΗΤΙ ΚΥΡΙΕ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΣΟΥ ΓΕΡΒΑΣΙΟΥ
ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΑΠΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ATAΛI ΑΨΗΔ'
(Μ. Παπαδάκη, «Μπαλί»).
Στο Ευαγγέλιο υπάρχει η αφιερωτική επιγραφή:
ΜΝΗΣΘΗΤΙ ΚΥΡΙΕ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΣΟΥ ΓΕΡ
ΒΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΥ Π.. Φ..
ΤΟΥ ΜΕΤΑΞΑΚΗ 1795. ΜΑΓΙΟΥ 7

Στην πίσω όψη του Ευαγγελίου σημειώνεται η κτητορική επιγραφη της μονής:
ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ATAΛH ΕΚ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΚΡΗΤΗΣ
Η επιγραφή αυτή αποτελεί και την τελευταία πληροφορία για τον Γερβάσιο, ο οποίος μαρτυρείται στη μονή από το 1761, για χρονική περίοδο 35 περίπου ετών. Η περίοδος αυτή ήταν, ίσως, από τις πιο σημαντικές της ιστορίας της μονής. Εκτελούνται σημαντικά έργα, γίνονται παραγγελίες εικόνων και αφιερώσεις. To πιο αντιπροσωπευτικό έργο αυτής της εποχής είναι η πιο μακρινή κρήνη, εκείνη από την οποία διοχετευόταν το νερό στο χώρο της μονής. Κατασκευάστηκε το 1791, επί ηγουμενείας Γεδεών:
ΚΤΙΤΟΡΑΣ MIXAHΛ. EN ETEI 1791 ΙΟΥΛΙΟΥ 10.
ΚΑΘΙΓΌΥΜΕΝΟΣ ΓΕΔΕΟΝ.

Την ίδια χρονιά(1791) ζωγραφίστηκε η εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στο τέμπλο. Στην επιγραφή της αναφέρεται μόνο το όνομα του ζωγράφου και δεν φαίνεται να αποτελεί αφιέρωμα, αλλά αποκτήθηκε με δαπάνες της ίδιας της μονής. Για τον Ηγούμενο Γεδεών δεν σώθηκε καμιά άλλη πληροφορία, εκτός από την επιγραφή της κρήνης.

Εντύπωση προκαλεί, πάντως, το γεγονός ότι η μονή αυτή απουσιάζει από τον κατάλογο των μοναστηριών που το 1876 πρόσφεραν πεσκέσια στον καινούργιο Μητροπολίτη Κρήτης Μάξιμο Προγιαννακόπουλο. Στον κατάλογο αναφέρονται σχεδ’ον όλα τα μοναστήρια του Μυλοποτάμου.
Η Μονή Μπαλί είναι ένα από τα δυο μοναστήρια του Μυλοποτάμου που αναφέρονται από τον άγνωστο συγγραφέα της Χωρογραφίας της Κρήτης του 1818. (έκδοση TTE-TAK 1983, σελ. 55)

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Από τις αρχές του 19ου αιώνα επικρατεί και πάλι σιγή των πηγών για το Μοναστήρι του Προδρόμου. Εκτιμάται πως οι μοναχοί πήραν μέρος στη μεγάλη επανάσταση του 1821, αλλά δεν είναι γνωστές οι λεπτομέρειες της δράσης τους. Φαίνεται, όμως, ότι υπέστη σοβαρές ζημιές, αν κρίνουμε από την παράδοση που θέλει τη μονή να χάνει τότε το μεγάλο μετόχι «Λούτρα» στο χωριό Αγγελιανά(Παπαδάκης:«Μπαλί»). 
Ένας γνωστός για την αγριάδα του Τουρκοκρητικός, ονόματι Καρπούζογλους, οικειοποιήθηκε το μετόχι και τα κτήματα του, επωφελούμενος από την αναταραχή της επανάστασης. To φαινόμενο δεν ήταν μοναδικό στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη.

Ο ναός και τα κελλιά, πάντως, δεν φαίνεται να πυρπολήθηκαν, όπως συνέβη σε πάρα πολλά κρητικά μοναστήρια. Ίσως επειδή σ' εκείνη την επανάσταση η περιοχή δεν είχε τη στρατηγική σημασία που είχε κατά την περίοδο 1646 - 1669, οπότε ο έλεγχος της θάλασσας αποτελούσε πρώτη μέριμνα των αντιμαχομένων πλευρών. 
Γεγονός αποτελεί ότι τo 1830 είχαν συγκεντρωθεί στov όρμο του Μπαλί γυναικόπαιδα και άμαχοι με σκοπό να μεταφερθούν στην ελεύθερη Ελλάδα. Παραπλέοντα τουρκικά πολεμικά πλοία βομβάρδισαν τους καταυλισμούς των προσφύγων και σκότωσαν πολλά γυναικόπαιδα.(Στ. Σπανάκης:«Πόλεις και χωριά της Κρήτης»)
Στον όρμο του Μπαλί αποβιβάστηκε τον Οκτώβρη του 1829 ο γηραιός Χανιώτης ιατρός και Αρμοστής Κρήτης. (Κριτοβουλίδης, σελ. 487 - 489). Η περιοχή άρχισε και πάλι, μετά την απελευθέρωση τμήματος της Ελλάδας, να αποκτά στρατηγική σημασία...
Μετά την επανάσταση έγιναν κάποιες εργασίες στο μοναστήρι, σημαντικότερη από τις οποίες ήταν η κατασκευή του ξυλόγλυπτου τέμπλου, πάνω στο οποίο σώθηκε επιγραφή με το όνομα του ηγουμένου:
ΔΙ ΕΞΟΔΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΑΣΙ(ΑΣ) ΜΕΛΕΤΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ, 1837.

Σε άλλο σημείο του τέμπλου υπάρχει άλλη επιγραφή (γραμμένη με άλλο χέρι) και η οποία αναφέρει ξανά το όνομα του Μελετίου (πρόκειται για τον Μελέτιο Καρτερή). Η επιγραφή όμως μισοσβησμένη:
1837. ΔΙ ΕΞΟΔΟΝ ΜΕΛΕΤΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
………………………………………………………………
……………………………………………………………..
Ο τρόπος με τον οποίο έχει χαραχτεί η επιγραφή δηλώνει πως κάτω από το όνομα του Μελετίου υπήρχαν τα ονόματα των υπολοίπων μοναχών, οι οποίοι είχαν συμβάλει στην εκτέλεση του έργου. Η Μονή Μπαλί ή Αττάλης απουσιάζει από έναν ακόμη κατάλογο κρητικών μοναστηριών, εκείνον του Χουρμούζη Βυζάντιου, του 1842.1 Ο Χουρμούζης Βυζάντιος, αν και δεν την αναφέρει στον κατάλογο του, γνώριζε την ύπαρξή της. Σε άλλο σημείο, μάλιστα, του βιβλίου του την αναφέρει ως Μονή Βαλί (σελ. 13), στα σχετικά με την συλλογή του αλαδάνου, υποστηρίζοντας ότι "ό περισσότερος συνάζεται εις το Μυλοπόταμον, και μάλιστα εις το βόρειον παράλιον κατά την Μονήν Βαλί".

Η επόμενη μαρτυρία για τη μονή προέρχεται από επιγραφή του 1853 στη μικρή εικόνα του Προδρόμου:
Γέγονεν δι' εξόδων της Ίερας Μονής
εις μνήμην και διά προτροπής του Θεοφιλεστάτου……1853.
(Θεωρείται ότι ως Θεοφιλέστατος χαρακτηρίζεται ο Επίσκοπος Ρεθύμνης. Από το 1832, Επίσκοπος Ρεθύμνης ήταν ο Καλλίνικος Νικολετάκης).

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1866.
O όρμος του Μπαλί ήταν ένας από τα βασικά σημεία ανεφοδιασμού των επαναστατών κατά το 1866 -1869, αλλά και πύλη εισόδου των εθελοντικών σωμάτων που ήρθαν από την ελεύθερη Ελλάδα για να πολεμήσουν στο πλευρό των Κρητών.  
Στον όρμο του Μπαλί αποβιβάστηκε το 1866 ο Πάνος Κορωναίος
και εκεί συγκεντρώνονταν οι άμαχοι περιμένοντας πλοίο προκειμένου να αναχωρήσουν για την Ελλάδα. Τον Αύγουστο του 1867 εμφανίστηκε, μάλιστα, εκεί ένα τουρκικό πολεμικό πλοίο και βομβάρδισε τους συγκεντρωμένους σκοτώνοντας δυο παιδιά.(Ιστορία Κριάρη).

Oι Τούρκοι προσπάθησαν να καταλάβουν την περιοχή και να χτίσουν ένα πύργο, ούτως ώστε να εμποδίσουν τον ανεφοδιασμό των επαναστατών και την αποβίβαση εθελοντών.
 To Σεπτέμβρη του 1868 ξεκίνησαν από το Ρέθυμνο 10 τάγματα τουρκικού στρατού για να οχυρώσουν τους όρμους του Μυλοποτάμου και της Αγίας Πελαγίας στο Μαλεβίζι. Έφτασαν στο Μπαλί και στο Φόδελε καί άρχισαν να χτίζουν πύργους. 'Hταν η εποχή που ο τουρκικός στρατός προκάλεσε ανυπολόγιστες καταστροφές στην περιοχή.

Οι επιδρομές των Τούρκων εναντίον της μονής κατά την επανάσταση του 1866 -1869 ήταν συνηθισμένες. To 1866 ταχτικός στρατός και άταχτοι τη λεηλάτησαν, αφού βεβήλωσαν τους ιερούς χώρους της.  
H πληροφορία προέρχεται από επιστολή του Γ. Καλοκαιρινού, προξενικού πράκτορα της Ελλάδος στο Ρέθυμνο, προς τον Πρόξενο της Ελλάδος στα Χανιά N. Σακόπουλο : "Μανθάνομεν ότι προ τινων ημερών Οθωμανοί τακτικοί και άτακτοι εγύμνωσαν ολοτελώς το Μοναστήρι του Βαλή βεβηλώσαντες και τους ιερούς ναούς αυτού” (Πρεβελάκη-Μπεκιάρη:Έκθεση των εν Κρήτη Προξένων της Ελλάδος).

Εκείνη την εποχή αναδείχτηκε σε θρυλική φυσιογνωμία του αγώνα ένας καλόγερος της μονής, ο οποίος όχι μόνον έλαβε μέρος στην επανάσταση, αλλά τα κατορθώματα του έγιναν τραγούδι και τραγουδήθηκαν από τους υπόδουλους κρητικούς, που αναζητούσαν την ελπίδα σε ηρωικές πράξεις και έργα. 
 Πρόκειται για το Γεράσιμο Πικράκη, κατοπινό ηγούμενο της Μονής Μπαλί. Ήταν πολύ νέος, περίπου 25 ετών, όταν πήγε στη Σύρο για να φέρει πολεμικό υλικό στους επαναστάτες της Κρήτης, με το πλοίο του Βασίλη Σοφού. Οι Τούρκοι, όμως, κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν το πλοίο κοντά στην Αγία Πελαγία Μαλεβιζίου. Έσφαξαν αμέσως τον πλοίαρχο και το γιό του και οδήγησαν τους άλλους επιβάτες, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Γεράσιμος, στη Σούδα. O Γεράσιμος κατάφερε να δραπετεύσει..(Τιμ. Βενέρη : Το Αρκάδι)
"Ενας πατέρας του Μπαλιού Γεράσιμος Πικράκις
πολύς και μέγας στην καρδιά μα στο κορμί μικράκις
σαν άρχιξεν ο πόλεμος εις τo νησί τσή Κρήτης
κι αυτός εζώστη τ' άρματα σαν τον καλό πετρίτη
εχύθηκενε τσή Τουρκιάς με τσοί συνάδελφούς του
φόβο και τρόμον έδωκε τσοι άπιστους εχθρούς του.
Mα τό μπαρουτομόλυβο θωρεί και λιγοστεύγει
σ' ένα βαρκάκι μπήκενε στη Σύρα κατεβαίνει
και βρίχνει την επιτροπή κι απόκοτα τσή λέει
τσή Κρήτης την καταστροφή και σύντομα γυρεύγει
όπλα, πολεμοφόδια, πετσί, ψωμί, κανόνι
εις του Βασίλη, του Σοφού το πλοίο τα φορτώνει.
Και ξεκινά με δέκα τρεις όμοιους επιβάτες
και για τη Κρήτη τρέχουνε να βρου τζ' επαναστάτες
θάρρος να τώνε δώσουνε να τσοι παρακινήσου
να μην αφήσου την Τουρκιά μα να την κυνηγήσου.
Ως τε νά μασέ βαρεθή να φύγη απού την Κρήτη
στη Μέκκα να πρεμαζωχτή με τρόμο και με λύπη.
Αλλά εις τήν επιστροφή δεκάξε Οκτωβρίου
εις την Αγία Πελαγιά έξω του λιμανίου
ένα βαπόρι τούρκικο εφάνηκε μπροστά ντω
και εκυρίευσεν αυτούς και όλα τ' άρματά ντω.
Εσφάξαν το Βασίλειο και τον υιό του ομάδι
τσ' υπόλοιπους εδέσανε μπιστάγκωνα ως το βράδυ
ώσπου και τσ' ανεβάσανε στη Σούδα στη φεργάδα
πάλι σφιχτά τσ' εδέσανε σε χέρια και ποδάρια.
…………………………………………………….
………………………………………………………
Τέσσερις μέρες σήμερο που μασέ κοπανίζου
και όντε θα φωνιάζωμε περίσσα μας λαχτίζου.
- Δεv άκουσα και πήγαινε μα μπλιό δε σας πειράζου
εγώ ντεπίχι τσοίκαμα γρίκα τσοι, αναστενάζου!
Πάλι ο Πασάς εδιάταξε τότε τσοι στρατιώτας
και πάλι τους εδέσανε καθώς ήταν και πρώτας.
Πάνω τσοί δέκα τέσσερις ημέρες κατεβαίνει
να διορθώση ο μαραγκός μια τάβλα εκεί σπασμένη
Μέσα στα εργαλεία ντου είχενε και μια λίμα
κλέφτει την ο Γεράσιμος κόβγει την αλυσίδα
στρέφεται κάτω και θωρεί προς του σκοπού το μέρος
σαν όφις ετινάχτηκε κάτ' από το πορτέλο.
Στη θάλασσα κολυμπητός δυώ 'ρες να ξημερώση,
κι οι βάρκες τόνε κυνηγού για να μην αποσώση.
Mα ο Πατέρας έπλεγε καλλιά παρά τη βάρκα
χωρίς κιανένα φόρεμα, παπούτσι γη στιβάνι
θάμα μεγάλον ήτανε πως να μην αποθάνη
εις τα βουνά-ν- εχιόνιζε και που να βρει ανθρώπους
για να τον εγλυτώσουνε απού τσοι τόσους κόπους.
Με εγνοιανό πορπάτισμα 'ποσώνει εις το Στύλο
μα εκεί δεν ήβρεν άνθρωπο μηδ' όρθα μηδέ σκύλο.
Απού το Στύλο προχωρεί στο Πρόβαρμα σιμώνει
στση Μαχαιρούς δεν έγνεψε και φτάνει στο Πεμόνι.
Εκ' ηύρεν ένα νάθρωπο κι ελέγα ντον Χαρίτο
μια βράκα μόνο τούδωκε ποκάμισο δεν ήτο.
Οι Τούρκοι τονε κυνηγού τρομάρα τονε πχιάνει
κι ως ήτονε ξυπόλητος είς του Πατσούρο φτάνει.
Aπ' του Πατσούρο το πρωί στ' Ασκύφου ανεβαίνει
τσ' επαναστάτες ήβρενε και αρχινά να λέη
τα. πάθη και τα βάσανα πού δενε στη φρεγάδα
απου τσοι βαρβαρότουρκους με τ' άλλα παλληκάρια.
To δημοτικό τραγούδι διασώζει στη μνήμη και την καταστροφή
της μονής από τους Τούρκους:
" Aς τον αφήσωμεν αυτό πούφυγε με το πλοίο
κι ας πούμε για το Μουσταφά που τόμαθε και κείνος.
Kι αμέσως εδιάταξε και το στρατό και φτάνει
και τα πολεμοφόδια έπασχε για να πάρη.
Πρωί-πρωί σηκώθηκε κι ήρθε στο Μοναστήρι
και δεν επόμεινε κελλί να μη το αναγείρη
και τα μπαρούθια ζήτανε, γύρευε τον πατέρα.
Mα ούλα πήγαν μάταια εκείνη την ημέρα.
Και σαν δεν τον ηυρήκανε την αδερφή του παίρνου
‘να δούλο κι ένα μαθητή και στη στιγμή τσοι δένου.
Kι αποκειδά τσοι παίρνουνε στ' Αγγελιανά τσοι πήγα
εκειά που είχεν ο Πασάς στεμένα τα τσαντήρια.
Ύστερις τσοι ρωτούσανε τάσσου ντω και παράδες
βάνου τζοι κι εις τη φυλακή κάνου τρεις εβδομάδες.
Απόλυσέ-ν-τζοι ύστερις κι είπε-ν- αν τονε πιάση
ωρκίσθη στο ιμάνι ντου πως θα τονε κρεμάση. "

H παράδοση αναφέρει ότι κι άλλη φορά κατάφεραν να τον συλλάβουν
οι Τούρκοι, αλλά τον ελευθέρωσε ένας μπέης από το Ηράκλειο,
το παιδί του οποίου είχε σώσει ο Γεράσιμος.
Το δημοτικό τραγούδι αναφέρει και αυτή τη σύλληψη και αποφυλάκισή του.

«Λίγος καιρός επέρασε συνέλευση εγίνη
και τα μπαρουτομόλυβα εις τσ' αρχηγούς τα δίδει.
Έκατσε να ξεκουρασθεί μα μια Τετάρτη μέρα
πάνε πάλι νιζάμιδες και πιάνου – ν-το-ν- Πατέρα
αμπώθου και τσινούντονε πιστάγκωνα το δένου.
Στση Σείσες τον επήγανε κι άπονα τονε δέρνου.
Ύστερα τον επήρανε στο Κάστρο τονε πάνε.
Και στο βαπόρι βάλα ντον κι αμέσως το κρεμάνε.
Κρεμουν τον από τα μαλλιά στ' άλμπουρο στο βαπόρι.
Κόβγεται ξεπατώνεται η γι' όμορφή ντου κόμη.
Επήγαντο-ν κι εις τα Χανιά στη φυλακή το-ν- βάλα
κι' εκειδά τον εδέσανε με σίδερα μεγάλα.
Τον ανεβάσα στου Πασά για να τονε δικάσου
να τώνε δώση την εξά να πα να τονε σφάξου.
Όντεν-τον εμπροστένανε εις το Κονάκι φτάνει
Τούρκος απού στα χέρια ντου εβάστανε φιρμάνι
και δίδει το εις τον Πασά κι' αυτός σκυφτά διαβάζει.
Σιγά-σιγά σηκώνεται και τούτα διατάζει:
Αφήστε τονε τον Παπά δεν έχω ίντα κάμω
γιατ' έχω τέθοιο ντεσκερέ ντρέτ' απού το Σουλτάνο
Ως τ' άκουσεν ο Γούμενος Μέγα Θεό δοξάζει
κι' οι τούρκοι τον αφήκανε στο μοναστήρι πάει
[Από το βιβλίο του Μιχ. Παπαδάκη για το Μπαλί]

ΦΘΙΝΟΥΣΑ ΠΟΡΕΙΑ
Ο Γεράσιμος έγινε ηγούμενος το 1874, μετά το θάνατο του Μελετίου Καρτερή. Δεν κατόρθωσε, όμως, παρά τις προσπάθειες του, να ανασυγκροτήσει τη μονή. Δεν παρατηρήθηκε προσέλευση νέων μοναχών και τη διαχείριση της περιουσίας της (όπως και των άλλων μοναστηριών του νομού) είχε ήδη αναλάβει η Δημογεροντία Ρεθύμνου. Τo 1881 είχε μόλις δυο μοναχούς και εννέα κοσμικούς κατοίκους, προφανώς ενοικιαστές των μοναστηριακών κτημάτων(Σταυράκη, Στατιστική, Μέρος B', σελ. 154.).
To 1900 κρίθηκε αμέσως διαλυτή και το 1935 διαλυτέα. To 1928 περιήλθε στο Εφεδροταμείο Ρεθύμνης ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας της.

Η ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΗ
Μετά την κατοχή έμεινε εντελώς έρημη μέχρι το 1983.
Στις 24 Iουνίου 1983, εορτή των Γενεθλίων του Tιμίου Προδρόμου, τελέστηκε αρχιερατική θ. λειτουργία στον ναό της Mονής από τον μακαριστό μητροπολίτη Tίτο Συλλιγαδάκη, κατά την οποία εγκατέστησε νέο ηγούμενο της τον Aρχιμ. π. Άνθιμο Συριανό, σήμερα μητροπολίτη Pεθύμνης και Aυλοποτάμου. 
O νέος ηγούμενος επιδόθηκε αμέσως με περίσσια αγάπη στην αναστήλωση και ανασυγκρότηση της Mονής. Η αναστήλωση προχώρησε πολύ γρήγορα και σήμερα η Μονή Αττάλης ή Μπαλί είναι ένα από τα πιο καλά συντηρημένα μοναστηριακά κτήρια της Κρήτης.
Tο αποτέλεσμα το βλέπουν σήμερα οι προσκυνητές και οι επισκέπτες και θαυμάζουν την προσπάθειά του, την οποία συνεχίζει από τις 24 Iουνίου 1996, με τον ίδιο ζήλο, ο νέος, ευσεβής, μορφωμένος και δραστήριος διάδοχος του Παρθένιος Kαλυβιανάκης. 
Tο παρεκκλήσι του Aγίου Θεοδοσίου του Kοινοβιάρχη είναι ένα από τα σημαντικά έργα που ήδη έχει επιτελέσει στη Mονή.

TO KTΙPIAKO ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ
To κτιριακό συγκρότημα της Μονής Αττάλης δεν ακολουθεί την κλασική μοναστηριακή αρχιτεκτονική, που θέλει το καθολικό να βρίσκεται στο κέντρο του μοναστηριακού περιβόλου. Ο ναός βρίσκεται στη βορειοανατολική πλευρά του κτιριακού συνόλου, αλλά και έξω απ' αυτό. Συνδέεται με κλίμακα με το βασικό χώρο των κελλιών και των άλλων κτισμάτων.
 Επειδή, όμως, έπρεπε να τηρηθούν οι βασικές αρχές της μοναστηριακής αρχιτεκτονικής, αλλά και να τηρηθούν οι κανόνες ασφαλείας από εχθρικές επιδρομές, η κλίμακα που οδηγούσε στον περίβολο του ναού έκλεινε με βαριά πόρτα. Υπήρχε, δηλαδή, ένα ιδιότυπο φρούριο, μέσα στο οποίο περικλείονταν όλες οι βασικές λειτουργίες της μονής, εκτός από το ναό. 

Όπως φαίνεται, η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία αλλά επιβεβλημένη, λόγω της επικλινότητας του εδάφους. Δημιουργήθηκαν, λοιπόν, διαφορετικές επίπεδες βαθμίδες, πάνω στις οποίες αναπτύχτηκαν οι βασικές λειτουργίες μιας καλά οργανωμένης μονής, όπως ακριβώς επέβαλλαν οι συνθήκες και τα τεχνικά μέσα της εποχής.

Προτιμήθηκε, δηλαδή, η παρέκκλιση από το γνωστό τύπο των μοναστηριών του ελληνικού χώρου για να εξασφαλιστεί η αντοχή σε εχθρικές επιθέσεις. Σημαντικό ρόλο υπέρ της επιλογής αυτής διαδραμάτισε η θέση στην οποία βρισκόταν η μονή, θέση απόμερη και εκτεθειμένη σε κινδύνους.

Η κεντρική είσοδος ακολουθεί την πιο συνηθισμένη μορφή των μοναστηριακών πυλώνων. Είναι τοξωτή και αφήνει αρκετό στεγασμένο χώρο, στον οποίο μπορούσαν να κάθονται όλοι όσοι περίμεναν κάθε πρωί να ανοίξει η μονή, προσκυνητές ή διαβάτες. 
Μπροστά από τον πυλώνα υπάρχει μεγάλος βράχος. Αυτό έγινε επειδή οι κτήτορες στόχευαν στην "ολοσχερή αφάνεια" του μοναστηριακού χώρου.( Α. Φραγκούλη. Ιστορικά του Ρεθυμνιακού χώρου, σελ. 68). Η μονή έπρεπε να έχει άμεση πρόσβαση όχι προς τον όρμο, αλλά προς την ενδοχώρα, από την οποία και γινόταν τότε η συγκοινωνία. Αμέσως μετά τον πυλώνα (νοτίως) υπήρχε το βορδοναρείο, μέσα στο κτήριο του οποίου διατηρούνται ακόμη οι χτιστές φάτνες. 
Τα υπόλοιπα κτήρια που είχαν ουσιαστικό ρόλο στην εσωτερική οργάνωση της μονής (ελαιοτριβείο, εργαστήριο κεραμικής, φούρνος) είναι χτισμένα κοντά στο διαβατικό και σε μια λογική απόσταση από το χώρο των κελλιών και της τραπεζαρίας.

Ο χώρος των κελλιών ήταν εντελώς ανεξάρτητος από το χώρο των βοηθητικών κτισμάτων. Σχημάτιζε μια παραλληλόγραμμη αυλή, σε παράλληλη θέση με τον άξονα ανάπτυξης της μονής. Οι πόρτες των κελλιών και τα πέτρινα τόξα της αυλής δημιουργούν ένα εντυπωσιακό σκηνικό και δείχνουν μοναστηριακό σύνολο που οικοδομήθηκε με πολλή μεγάλη επιμέλεια.

Ο Θ. Παλιούρας, που μελέτησε το κτηριακό συγκρότημα και τις τοιχογραφίες, σημείωσε πως "η ύπαρξη όλης αυτής της τεχνικής υποδομής, που εξυπηρετεί τις ανάγκες του καθημερινού βίου των μοναχών και μετατρέπει το μοναστήρι - εκτός από πνευματική -και σε αξιόλογη οικονομική μονάδα, φανερώνει τον πλούτο και την αξιοζήλευτη οργάνωση του".

Βιβλιογραφία:
Νίκου Ψιλάκη:«Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης»
Θανάση Παλιούρα:«To Μοναστήρι του Προδρόμου στο Μπαλί», Πεπραγμένα E' Κρητολογικού Συνεδρίου, 1985)
Αντ. Τρούλου, Σιφνος: Ιστορία – Λαογραφία
Μ. Παπαδάκη, Μπαλί
Στ. Σπανάκη, Πόλεις και Χωριά της Κρήτης
Στεργ. Μανουρά, Η Νέα Ανακαίνιση της Μονής Μπαλή, Προμηθεύς ο Πυρφόρος, τ. 37,1984








1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Πολύ ωραία εργασία. Μπράβο!